Το κατωτέρω ποίημα, του Jonas Mekas, είναι μετάφραση από τα λιθουανικά, του Clark Mills, και περιέχεται στην ποιητική συλλογή «The Talk of Flowers». Ο Jonas Mekas (λιθουανικά: Jonɐs Mækɐs, 24.12.1922 – 23.01.2019) ήταν Αμερικανολιθουανός σκηνοθέτης, ποιητής και καλλιτέχνης και έχει χαρακτηριστεί ως ο νονός τού αμερικανικού αβάν-γκαρντ κινηματογράφου. Γεννήθηκε στο Semeniškia τής Λιθουανίας και πέθανε στο Brooklyn τής Νέας Υόρκης. Στα επίμαχα χρόνια τού Β’ΠΠ συνδέθηκε με το λιθουανικό ακροδεξιό χώρο αλλά και φιλοναζιστικά έντυπα χωρίς ο ίδιος να έχει υιοθετήσει τη ναζιστική ρητορική. Μάλιστα το 1944, προσπαθώντας να διαφύγει από τη Λιθουανία και τον Κόκκινο Στρατό, συνελήφθηκε, με τον αδελφό του, από τους ναζί και μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας από το οποίο δραπετεύσανε το 1945 και κρυφτήκανε σε αγρόκτημα κοντά στα σύνορα Γερμανίας – Δανίας. Αμέσως μετά τον πόλεμο σπούδασε φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο τού Mainz, την πρωτεύουσα τού κρατιδίου Ρηνανία –Παλατινάτο και το 1949 μετανάστευσε στις ΗΠΑ. Συνδέθηκε με το κίνημα, στις δεκαετίες τού 60 και 70, Fluxus, το οποίο:
-ζητούσε τη γεφύρωση Τέχνης και Ζωής επιδιώκοντας την κατάργηση των ορίων ανάμεσα στην καθημερινότητα και την καλλιτεχνική δημιουργία. Οτιδήποτε καθημερινό μπορούσε να θεωρηθεί τέχνη.
-εναντιώθηκε στην εμπορευματοποίηση και ελιτίστικη αγορά τής τέχνης.
-χρησιμοποιούσε τη μίξη διαφορετικών μέσων, όπως η ποίηση, η μουσική, το θέατρο και οι εικαστικές τέχνες.
-στηριζότανε στο χιούμορ, το παράδοξο, το τυχαίο και τον αυτοσχεδιασμό.
Η ποίησή του αντανακλά έντονα τις νεανικές του μνήμες από την πατρίδα του να πιέζεται ασφυκτικά ανάμεσα στη ναζιστική Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση και εστιάζεται στη μνήμη κυρίως των χαμένων πραγμάτων, τη Λιθουανία, τις εποχές τού χρόνου κ.λπ.
Περισσότερα για τον Jonas Mekas:
Δεν ξέρω, αν στον ήλιο
οφείλεται,
στη βροχή ή τον άνεμο –
μα με λυπούσε τόσο πολύ η απουσία
της λευκότητας και του χιονιού.
Άκουγα το θρόισμα
της ανοιξιάτικης βροχής,
να ξεπλένει τα κοκκινωπά μπουμπουκάκια
των καστανιών, –
κι ένα μικρό ρυάκι να τρέχει κάτω
απ’ το λόφο στην κοιλάδα–
και με λυπούσε η απουσία
της λευκότητας
και του χιονιού.
Και στις αυλές και στις πλαγιές
κοκκινομάγουλες
κοπέλες τού χωριού
ν’ απλώνουνε τα ρούχα
που ανεμίζουν
και, σκύβοντας,
να κοιτάνε για πολλή ώρα
τις κίτρινες τούφες τής ιτιάς:
Γιατί ο έρωτας είναι σαν τον άνεμο,
Κι ο έρωτας είναι σαν το νερό –
αναθερμαίνεται την άνοιξη,
και κρυώνει – το φθινόπωρο.
Αλλά εγώ, δεν ξέρω γιατί,
αν στον ήλιο
οφείλεται,
στη βροχή ή τον άνεμο –
μα με λυπούσε τόσο πολύ η απουσία
της λευκότητας και του χιονιού.
Ξέρω – ο άνεμος
θα φυσάει και θα φυσάει τα ρούχα,
και η βροχή
θα πλένει και θα πλένει τις καστανιές, –
αλλά ο έρωτας, που μαζί του τον παίρνει
το χιόνι –
δεν θα επιστρέψει.
Βαθιά κάτω απ’ το χιόνι κοιμούνται
τα λόγια και η καρδιά:
για σήμερα, καθώς κοιτούσα
το χορό τής βροχής στο κατώφλι –
την ανοιξιάτικη βροχή! –
Είδα μιαν άλλη:
πέρασε μέσ’ απ’ τη βροχή,
και ήταν όμορφη,
και χαμογέλασε:
Γιατί ο έρωτας είναι σαν τον άνεμο,
κι ο έρωτας είναι σαν το νερό –
αναθερμαίνεται την άνοιξη,
και κρυώνει – το φθινόπωρο.
αν και για μένα, δεν ξέρω γιατί,
αν στον ήλιο
οφείλεται,
στη βροχή ή τον άνεμο –
μα με λυπούσε τόσο πολύ η απουσία
της λευκότητας και του χιονιού.
Στην απόδοση που επιχείρησα χρησιμοποίησα και πληροφορίες (από την ΑΙ) σχετικά με το πρωτότυπο στα λιθουανικά και τις διαφοροποιήσεις τής μετάφρασης τού Clark Mills, ως προς το πρωτότυπο. Η υπόψη αγγλική μετάφραση βρίσκεται αναρτημένη σε πολλές ιστοσελίδες.
I do not know, whether the sun
accomplished it,
the rain or wind –
but I was missing so
the whiteness and the snow.
I listened to the rustling
of spring rain,
washing the reddish buds
of chestnut-trees, –
and a tiny spring ran down
into the valley from the hill –
and I was missing
the whiteness
and the snow.
And in the yards, and on the slopes
red-cheeked
village maidens
hung up the washings
blown over by the wind
and, leaning,
stared a long while
at the yellow tufts of sallow:
For love is like the wind,
And love is like the water –
it warms up with the spring,
and freezes over – in the autumn.
But to me, I don't know why,
whether the sun
accomplished it,
the rain or wind –
but I was missing so
the whiteness and the snow.
I know – the wind
will blow and blow the washings,
and the rain
will wash and wash the chestnut-trees, –
but love, which melted with
the snow –
will not return.
Deep below the snow sleep
words and feelings:
for today, watching
the dance of rain between the door –
the rain of spring! –
I saw another:
she walked by in the rain,
and beautiful she was,
and smiled:
For love is like the wind,
and love is like the water –
it warms up with the spring
and freezes over – in the autumn,
though to me, I don't know why,
whether the sun
accomplished it,
the rain or wind –
but I was missing so
the whiteness and the snow.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου