Τα κατωτέρω Πεζά Ποιήματα, προέρχονται από το 6ο Τεύχος (1974) τού περιοδικού "Δοκιμασία – περιοδική έκδοση λογοτεχνικού προβληματισμού" αλλά έχουνε μεταφερθεί σε μονοτονικό.
Ο ξεροκέφαλος
Μια φορά ήταν ένας βλάκας. Για πολύ καιρό αυτός ζούσε ευτυχισμένος κι ευχαριστημένος, ώσπου μιαν ημέρα ήρθε στ’ αυτιά του ο λόγος πως όλος ο κόσμος τον θεωρούσε άνθρωπο ανέμυαλο και ανόητο. Τότες ο ξεροκέφαλος λυπήθηκε κατάκαρδα και στη συντριβή του άρχισε να στοχάζεται σε τι τρόπο θα μπορούσε να σιγάσει τ’ άσκημα αυτά μουρμουρητά του κόσμου.
Άξαφνα φώτισε μια ιδέα το κούφιο του το κεφάλι και χωρίς χασομέρημα την έβαλε αμέσως σε πράξη.
Βγήκε στο δρόμο και απάντησε ένα γνώριμό του, που του μίλησε εγκωμιαστικά για κάποιον ξακουσμένο ζωγράφο.
«Σε παρακαλώ» του αποκρίθηκε ο ξεροκέφαλος, «ο ζωγράφος αυτός είναι από καιρό πεσημένος (σ.σ. πεσημένος: πεσμένος), δεν το ξέρεις; όχι;... Α, αυτό δεν το περίμενα από σε! Έμεινες πίσω στη μόρφωση».
Ο γνώριμος φοβήθηκε κι έδωκε αμέσως δίκιο στον ξεροκέφαλο.
«Σήμερα διάβασα ένα λαμπρό βιβλίο» είπε του ξεροκέφαλου ένας άλλος γνώριμος.
«Παρακαλώ» του αποκρίθηκε, «δεν κοκκινίζεις; Το βιβλίο αυτό δεν αξίζει μισόβολο (σ.σ. μισόβολο < μισό + οβολό, ασήμαντης αξίας), δεν είναι παρά χαρτί μουντζουρωμένο, δεν το ξέρεις; Α, έμεινες πίσω στη μόρφωση!»
Ως κι αυτός ο γνώριμος φοβήθηκε και συμφώνησε με τον ξεροκέφαλο.
«Λαμπρός άνθρωπος είναι ο φίλος μου Α.» είπε του ξεροκέφαλου ένας τρίτος γνώριμος, «άνθρωπος με αληθινή ευγένεια ψυχής»! «Παρακαλώ» του αποκρίθηκε, «ο Α είναι ένας γνωστός κατεργάρης που λήστεψε όλο του το συγγενολόι. Αληθινά έχεις μείνει πολύ πίσω στη μόρφωση».
Ως και αυτός ο τρίτος γνώριμος φοβήθηκε, έδωκε δίκιο του ξεροκέφαλου και γύρισε τις πλάτες του φίλου του. Κι όποιον κι ό,τι κανείς επαινούσε μπροστά στον ξεροκέφαλο, αυτός απαντούσε πάντα με τα ίδια λόγια. Το πολύ κάπου – κάπου, και σε ύφος ανθρώπου που κατακρίνει, έλεγε κιόλας: «Λοιπόν δίνετε ακόμα πίστη σε αυθεντικότητες;»
«Κακός, παθιασμένος άνθρωπος» έλεγαν για τον ξεροκέφαλο οι γνώριμοί του, «μα τι μυαλό!»
«Και τι ετοιμολογία!» συμπλήρωναν κάποιοι άλλοι, «αληθινά είναι έξυπνος άνθρωπος!»
Το τέλος ήταν που μια εφημερίδα εμπιστεύτηκε στον ξεροκέφαλο την κριτική του φύλλου. Και τότες ο ξεροκέφαλος άρχισε να κατακρίνει όλους κι όλα στον παλαιό γνωστό τρόπο, με τη στερεότυπη φράση.
Και τώρα ο χαλαστής από τις παλαιές αυθεντικότητες, είναι ο ίδιος αυθεντικότητα και η νεολαία τον προσκυνάει και τόνε φοβάται. Και τι θα μπορούσαν να κάμουν οι δυστυχισμένοι οι νέοι; Προσκύνημα, αν θα μιλήσει κανείς αξώτερα (σ.σ. αξώτερα < εξώτερα, έξω από τα δόντια), δεν αρμόζει πλια (σ.σ. πλια: πια, πιο, περισσότερο) μα ας δοκιμάσει ένας να μην προσκυνάει: αμέσως θ’ ακούσει πως «έμεινε πίσω στη μόρφωση».
Πόσο καλά βρίσκεται ένας ξεροκέφαλος ανάμεσα σε δειλούς!
Η γιορτή του Παντοδύναμου
Μια φορά ο Παντοδύναμος είχε μεγάλη γιορτή στο γαλάζιο του παλάτι. Όλες οι Αρετές ήταν καλεσμένες. Γυναίκες όλες, όχι άντρες, μόνο Κυρίες! Πάρα πολλές ήταν οι καλεσμένες μικρές και μεγάλες. Οι μικρές Αρετές ήταν πλιο (σ.σ. πλιο: πλέον, πλιότερο, πιο) πρόσχαρες, πλιο ευγενικές από τις μεγάλες, αλλά όλες φαίνονταν πολύ χαρούμενες και κουβέντιαζαν πολύ φιλικά αναμεταξύ τους, όπως φυσικά οι συγγενείς και οι γνώριμοι.
Αλλά ο Παντοδύναμος παρατήρησε πως δυο ωραίες Κυρίες φαίνονταν πως δεν είχαν γνωριμιά. Κύριος του σπιτιού, έπιασε τότες από το χέρι τη μία και την έφερε στην άλλη:
«Η Ευεργεσία» είπε δείχνοντας την πρώτη.
«Η Ευγνωμοσύνη» πρόσθεσε δείχνοντας την άλλη.
Οι δύο Αρετές έμειναν σαστισμένες. Απ’ όταν είχε γένει ο κόσμος, κ’ ήταν πάμπολλα χρόνια καμωμένος, έσμιγαν τότες για πρώτη τους φορά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου