Ας πέφτει η νύχτα
Ας πέσει λοιπόν η νύχτα, κι απόψε κι αύριο•
ας πέφτει η νύχτα•
όταν γύρω τα κλειστά περιγράμματα
τόσο σκληρά σου χτυπούν τα μάτια,
και δεν έχεις πια μια στάλα ψυχή να πάρεις ανάσα.
Καθώς τώρα και πάντα και σ' άλλους καιρούς,
ας πέφτει η νύχτα•
με υπόγειους ρόχθους απ’ τη θάλασσα,
με το ξεμανταλωμένο παραθυρόφυλλο,
έρμαιο στην οργή του αέρα.
Τους ήξερες όλους• δεν υπάρχει έλεος.
Τώρα πια τους ξέρεις όλους τους έναν – ένα.
Του Πυρός Γέεννα*
Σας γνώρισα από την απληστία στο βλέμμα,
απ' τ' αδηφάγο στόμα•
τα δάχτυλά σας έχουν τη δίψα του αίματος και του χρήματος.
Του Πυρός Γέεννα, αμαρτωλή σπορά του ανθρώπου.
Η κόλαση άγρυπνη παράστεκε στη γέννησή σας,
κι άγρυπνη χάσκει, παραστέκοντας το κάθε βήμα σας.
Και δε λέει ν’ αστράψει κανένας κεραυνός.
Ο ανθισμένος Μάιος
Χρόνια και χρόνια αυτός ο ανθισμένος Μάιος!
Φτάσαμε περίπου στο κλείσιμο των ισολογισμών.
Κι ωστόσο, ακόμα
όλα είναι πιθανά κι όλα αποκλείονται.
Χτυπώντας κι αντιχτυπώντας.
Στον αγώνα απάνω δε ρωτάει κανείς,
αν πέφτει ή αν σηκώνεται,
όταν το ξέρει πως αλλιώς είναι χαμένος.
Τόσον καιρό που πάλευα με την απελπισία,
πάλευα με το μαύρο χέρι, το τραγίσιο πόδι ή την ουρά,
αυτό που ρίχνει μαύρο σύννεφο στα μάτια
και δεν τολμάει να ξεμυτίσει η ελπίδα.
Ξανά στη μετάνοια και ξανά στην αλαζονεία.
Με την καταστροφή τη δική του
να λυτρωθώ.
Αν τσακίστηκα,
χάθηκα παλεύοντας ν’ ανέβω,
μπλεγμένος στου βυθού τα χόρτα•
να βγάλω το κεφάλι απ’ το νερό.
Δεν καταδέχτηκα
της σαύρας το αποκάρωμα στον ήλιο,
τα πολύχρωμα φώτα, τα πλουμιστά φτερά.
Μια στο βυθό, μια στον αφρό.
Χρόνια και χρόνια, χτυπώντας κι αντιχτυπώντας,
μ ’ έγδαραν άγριες ερημιές.
Ο ανθισμένος Μάιος, ο δροσερός Σεπτέμβριος.
Οι ζωντανοί γύρω μου έγιναν φυτά και ζώα.
Τα αισθήματά μου εκπέμπονται προς τους νεκρούς.
Δε μπόρεσα να καταλάβω ...
Δε μπόρεσα να καταλάβω την αταραξία των δέντρων,
αυτή τη χάρη του Θεού.
Ποιος είναι βέβαιος πια για τίποτα ;
Το σώμα δεν κουράζεται μόνον, αλλά κι εκδικείται,
σαν του στερείς του ζώου τη βεβαιότητα.
Εμάς ακόμα
μας ψήνουν τα λιοπύρια πάνω από τους τάφους,
βροχές μας μαστιγώνουνε και κρύοι βοριάδες
μας σβήνουν τα κεριά.
Και πάλι έχουμε κι άλλα δάκρυα,
πού κάποτε κι αυτά στερεύουν.
Άμα έχεις αφήσει πίσω σου όλη την έρημο κι η έρημος συνεχίζεται.
Όταν αλλάξει πια η ψυχή το δέρμα της,
και χάσει το πρώτο της χνούδι.
(Έπαιζε πάντα ο δαίμονας σκληρά μαζί μου,
κι ο άγιος σήκωνε το σπαθί, όταν είχα πια γδαρθεί.)
Σας μίλησα για ό,τι ξέρω
Σας μίλησα για ό,τι ξέρω.
Αλλά στο μεταξύ αποσύρθηκαν
όλα τα παλιά νομίσματα.
Έτσι, έγινα πλούσιος
μ’ ένα σωρό χαρτιά, που δεν
περνάν για τίποτα,
κι όμως κοστίζουν πάντοτε ακριβά.
Εγώ δεν παίρνω τίποτ’ απ' αυτά,
μήτε που αγγίζω.
Αθέατος τα μοιράζω,
κι ανάμεσά τους περνώ σαν άγνωστος, σαν ξένος.
Πληρωμένα οπωσδήποτε με ό,τι είχα να πληρώσω.
- Τι να τα λέμε τώρα ξανά! -
Και τα σημάδια τάχω ακόμα απάνω μου.
Πηγή: Τα ανωτέρω ποιήματα (που υπάρχουνε στην ποιητική του συλλογή «Έκλειψη», εκδ. «Βάκων», 1974), από τη «Δοκιμασία – περιοδική έκδοση λογοτεχνικού προβληματισμού, τεύχος 8-9 (1974)», μεταφερμένα στο μονοτονικό.
* Η Γέεννα, σύμφωνα με την el.wikipedia.org, είναι μια ιστορική γεωγραφική περιοχή που βρίσκεται στα νότια της Ιερουσαλήμ. Πρόκειται για μια στενή και βαθιά κοιλάδα που κείτεται στα δυτικά και νοτιοδυτικά της σημερινής Παλαιάς Πόλης Ιεροσολύμων, νότια του όρους Σιών. Συναντά την κοιλάδα Κέδρων, που ξεκινά βορειοανατολικά της Παλαιάς Πόλης, κοντά στην Κολυμβήθρα του Σιλωάμ, στη νοτιοανατολική μεριά της Αρχαίας Ιερουσαλήμ.
Η ονομασία της κοιλάδας προέρχεται εκ του εβραϊκού Γκε Χιννώμ ή Γκε μπεν Χιννώμ που σημαίνει «Κοιλάδα του Εννώμ» ή «Κοιλάδα του υιού του Εννώμ».
Η κοιλάδα μνημονεύεται για πρώτη φορά στην Εβραϊκή Βίβλο (Ιησούς του Ναυή, 15:8) ως σύνορο μεταξύ της επικράτειας των Φυλών του Ιούδα και του Βενιαμίν. Η Γέεννα (ελληνοποιημένη μορφή του ονόματος της κοιλάδος του Εννώμ) αναφέρεται επίσης στην Καινή Διαθήκη και σύμφωνα με τις αφηγήσεις είναι ο τόπος της αιώνιας πύρινης Κόλασης, όπου θα τιμωρηθούν, μετά θάνατο, οι αμαρτωλοί και αμετανόητοι άνθρωποι.
Κατά την αρχαιότητα, επί της κοιλάδας του Εννώμ είχε εγκατασταθεί το χάλκινο άγαλμα του Μολώχ, Εθνικού θεού των Ιουδαίων, στον οποίο προσφέρονταν ως θυσία ολοκαυτώματα ζώων και ανθρώπινα παιδιά. Ο Ιωσίας αχρήστεψε τον ιερό τόπο του Τοφέθ, που πιθανότατα βρισκόταν στην κοιλάδα του Εννώμ, ο δε Ιερεμίας διακήρυξε ότι θα τιμωρηθούν όλοι οι Ισραηλίτες που βεβήλωσαν την κοιλάδα με θυσίες αθώων, εξ ου και χρησιμοποιήθηκε ο όρος «γέεννα» ή «γέεννα του πυρός» για να υποδηλώσει έναν τόπο απονέκρωσης.
Εκεί επίσης γίνονταν θανατικές εκτελέσεις, απέθεταν τα νεκρά σώματα των παραβατών και έκαιγαν τα απορρίμματα της πόλης της Ιερουσαλήμ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου