11 Οκτωβρίου 2026

Αισθητική τού Σωφρονισμού – τα Χαϊκού τής Φυλακής τού Tomas Tranströmer [Alexander B. Joy] - II

 …συνέχεια από το 1ο μέρος.

Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι ένα αυτο-εξελισσόμενο σύστημα, όπως τής Σουηδίας, λειτουργεί πάντα υπό ιδανικές συνθήκες, όπου τα καλοπροαίρετα κίνητρα είναι ενωμένα με τους νομοθετικά, διοικητικά και εκτελεστικά αρμόδιους φορείς, παραμένει κάτι προβληματικό στην καρδιά τού ίδιου τού σωφρονιστικού μηχανισμού, τόσο στην ιδανική του μορφή όσο και στο γενικότερό του στόχο. Ο Michel Foucault παρατηρεί στο ρηξικέλευθό του έργο «Πειθαρχία και Τιμωρία: Η Γέννηση τής Φυλακής», το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά στα γαλλικά το 1975, ότι η αντίληψη για τον ρόλο τής φυλακής, ή για τον κοινωνικό ρόλο τον οποίο υπηρετεί, έχει αλλάξει σταδιακά με την πάροδο τού χρόνου. Ο Foucault χαρτογραφεί μια μετατόπιση στις πρακτικές τιμωρίας και πειθάρχησης: απομακρύνεται από την πρόκληση πόνου στο σώμα τού/τής φερόμενου/ης ως παραβάτη/ιδας [σε μια προσπάθεια αποτροπής τού/τής ίδιου/ας ή άλλων επίδοξων παραβατών από την επανάληψη μιας πράξης εναντίον τού κράτους] προς τη στόχευση τού νου τού/τής εγκληματία μέσω τού εγκλεισμού του/της ή άλλων τεχνικών απομόνωσης, με την ελπίδα τής αναμόρφωσής του/της. Πρόκειται για μια μετατόπιση από την τιμωρία προς την πειθάρχηση• μια κίνηση που απομακρύνεται από την ολοκληρωτική εξάλειψη των παραβατών και κατευθύνεται προς τη διαμόρφωσή τους σε αποδεκτά κοινωνικά υποκείμενα. Αν και αυτή η μετατόπιση φαίνεται εκ πρώτης όψεως να αντικατοπτρίζει μια ανθρωπιστική τάση – διότι αναμφίβολα φαίνεται πιο ανθρώπινο να φυλακίζονται οι παραβάτες παρά να μαστιγώνονται, να βασανίζονται ή να εκτελούνται – ο Foucault επισημαίνει ότι η νεότερη προσέγγιση ενέχει μια ανησυχητική ολοκληρωτική χροιά. Εξετάζοντας δύο από τους προδρόμους τής σύγχρονης φυλακής, ο Foucault σχολιάζει τις τάσεις που εκείνοι συμβάλλανε να διαμορφωθεί το σημερινό σωφρονιστικό σύστημα:
Υπάρχουν, λοιπόν, δύο εικόνες τής πειθαρχίας. Στο ένα άκρο βρίσκεται ο πειθαρχικός αποκλεισμός, ήτοι το περιφραγμένο, κλειστό, εσωστρεφές ίδρυμα, το οποίο εγκαθιδρύθηκε στα άκρα – περιθώρια τής κοινωνίας επιτελώντας αρνητικές λειτουργίες: τη συγκράτηση τού κακού, τη διακοπή τής επικοινωνίας και την αναστολή του χρόνου. Στο άλλο άκρο βρίσκεται ο πανοπτισμός*, ήτοι ο πειθαρχικός μηχανισμός ο οποίος πρέπει να λειτουργεί έτσι ώστε να βελτιώσει την άσκηση τής εξουσίας καθιστώντας την ελαφρύτερη, ταχύτερη και αποτελεσματικότερη, ένα σχέδιο διακριτικής καταναγκαστικής επιβολής για μια κοινωνία τού μέλλοντος.
* Το 1785 μ.Χ., ο Jeremy Bentham, πρότεινε έναν τύπο φυλακής στεγασμένο σε ένα κυλινδρικό οικοδόμημα, στην περιφέρεια τού οποίου τοποθετούνται τα κελιά των τροφίμων (των ασθενών, των εργατών, των μαθητών και οποιουδήποτε άλλου επιτηρούμενου ατόμου), ενώ στο κέντρο του βρίσκεται ο πύργος των επιτηρητών, ο οποίος διαθέτει μεγάλα παράθυρα που βλέπουν προς τα κελιά. Τα κελιά, ωστόσο, δεν μοιάζουν με τα παραδοσιακά μπουντρούμια. Διαθέτουν δύο παράθυρα, ένα εσωτερικό κι ένα εξωτερικό. Το εσωτερικό αντιστοιχεί σε ένα από τα παράθυρα τού πύργου ενώ το εξωτερικό αφήνει το φως να διαπεράσει το κελί. Παράλληλα, ο κεντρικός πύργος ελέγχου διαθέτει, πέρα από τα σκίαστρα στα παράθυρα, και διαχωριστικά στο εσωτερικό του τέτοια, ώστε να μην προδίδουνε την παρουσία τού επιτηρητή. Με άλλα λόγια, το κελί διακρίνεται από πλήρη διαφάνεια, ενώ ο πύργος ελέγχου από πλήρη συσκότιση. Ο επιτηρούμενος δεν γνωρίζει πότε επιτηρείται.
Αναλυτικά: el.wikipedia.org.   

Όπως προκύπτει από τη σύνδεση των εγκαταστάσεων για την καραντίνα ασθενειών και των σχεδίων τού Jeremy Bentham για το σωφρονιστικό ίδρυμα τού «Πανοπτικού» (όπου η εποπτεία είναι καθολική), η σύγχρονη φυλακή επιτελεί μια σειρά λειτουργιών οι οποίες μεταστρέφουνε τη νοοτροπία τού παράνομου, επιφέροντας έτσι ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες. Κατ’ αρχάς, η φυλακή σχεδιάστηκε για να σταματήσει τη διάδοση τού «κακού»: για να περιορίσει τις συμπεριφορές εκείνες τις οποίες το κράτος κρίνει ως μη αποδεκτές, απομονώνοντας τον/την παραβάτη/ισσα σα να έπασχε από κάποια ασθένεια, αποκόβοντάς τον/την από την κοινωνία και αποσπώντας τόν/τήν από τη ροή τού χρόνου. Ο χρόνος και η κοινωνία θα συνεχίσουνε να εξελίσσονται, αλλά ο/η φυλακισμένος/η δεν θα συμμετέχει σε αυτήν την πορεία. Παρόμοια, ο/η παραβάτης/ισσα, δεν θα επανέλθει – επανενταχθεί στο χρόνο και την κοινωνία προτού εγκαταλείψει τη μη αποδεκτή τάση η οποία οδήγησε στον εγκλεισμό του/της. Μέχρι ο τρόπος συμπεριφοράς, σκέψης και ύπαρξής του/της αναδιαμορφωθούν ώστε να ευθυγραμμιστούνε με τα κοινωνικά πρότυπα, τα οποία επιβάλλει το κράτος, απαγορεύεται στον/την φυλακισμένο/η να συμμετέχει στην κοινωνία και την εξέλιξή της [Σημ. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, πώς η πρακτική τής στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων λόγω καταδίκης για κακούργημα, στις ΗΠΑ, ακολουθεί πιστά και διευρύνει την εμβέλεια αυτού τού μοτίβου]. Η φυλακή, λοιπόν, συνιστά ένα μηχανισμό μείωσης τής ποικιλομορφίας μεταξύ των υποκειμένων μιας κοινωνίας. Αποσπά, από τον κοινωνικό ιστό, τα άτομα εκείνα τα οποία δεν συμμορφώνονται με έναν τυποποιημένο τρόπο ύπαρξης και δεν τα επιστρέφει προτού τα διαμορφώσει ώστε να ταιριάζουνε στο πρότυπο. Αν ο στόχος τής φυλακής είναι η συμμόρφωση: η μετατροπή των εγκληματιών σε νομοταγείς πολίτες, ο άρρητος σκοπός της είναι να περιορίσει το περιεχόμενο τής ιδιότητας τού πολίτη και να εξαλείψει την πολλαπλότητα των υποκειμένων για χάρη μιας μελλοντικής, ομοιογενούς κοινωνίας. Ο Foucault επισημαίνει επίσης ότι αυτή η τάση περιορισμού τής πολλαπλότητας επαναλαμβάνεται σε πολλούς κρατικούς μηχανισμούς οι οποίοι καθορίζουνε το κανονικό, συμπεριλαμβανομένων των θεσμών υγείας και εκπαίδευσης:
Προκαλεί άραγε εντύπωση το γεγονός ότι η φυλακή των κελιών, με τα τακτικά χρονοδιαγράμματα, την καταναγκαστική εργασία, τις αρχές επιτήρησης και καταγραφής, καθώς και τους ειδικούς στο τι είναι φυσιολογικό, που συνεχίζουνε και πολλαπλασιάζουνε τον ρόλο τής δικαιοσύνης, αποτελεί το σύγχρονο όργανο επιβολής ποινών; Προκαλεί άραγε εντύπωση ότι οι φυλακές μοιάζουνε με εργοστάσια, σχολεία, στρατώνες και νοσοκομεία, τα οποία με τη σειρά τους μοιάζουν όλα με φυλακές;

Οπουδήποτε ο σκοπός ενός θεσμού είναι η επιβολή ομοιομορφίας – από τη θέσπιση ενός βασικού επιπέδου υγείας, όπως σε ένα νοσοκομείο, ή για ένα ελάχιστο όριο εκπαίδευσης, όπως σε ένα σχολείο, μέχρι ένα σταθερό πρότυπο προϊόντος, όπως σε ένα εργοστάσιο – η εικόνα τής φυλακής επαναλαμβάνεται καθώς ο μηχανισμός που κρύβεται πίσω από όλους αυτούς τούς θεσμούς προώθησης τής ομοιομορφίας είναι αναπόφευκτα ο ίδιος.

Δεδομένων των σπουδών τού Tranströmer στην ψυχολογία και την κοινωνική εργασία, είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι ζητήματα ψυχικής υγείας, κανονικότητας και των ενίοτε ασαφών ορισμών τους θα απασχολούσανε κάποια στιγμή τη σκέψη του. Η πρόκληση, ωστόσο, έγκειται στο πού και πώς μπορεί κανείς να συζητήσει τέτοια θέματα. Εάν η ποινική δικαιοσύνη δεν αποτελεί, στη Σουηδία, ζήτημα δημόσιου προβληματισμού τότε σε ποιο πλαίσιο θα μπορούσε κανείς να ασκήσει κριτική στο σύστημα δικαιοσύνης; Παρόμοια, αν κάποιος αποτελεί μέρος αυτού τού ίδιου τού συστήματος, εργαζόμενος ως φορέας τής ψυχικής συμμόρφωσης, πώς θα μπορούσε να ξεκινήσει μια έγκυρη κριτική; Οι συνήθεις δίαυλοι διαλόγου για θέματα ποινικής δικαιοσύνης αποτελούν οι ίδιοι μέρος τού υπό εξέταση συστήματος, άρα, μια κριτική που διατυπώνεται σε αυτό το πλαίσιο θα σήμαινε συμμετοχή στο σύστημα με τους όρους τού ίδιου τού συστήματος, με αποτέλεσμα η ισχύς της να ενδέχεται να αποδυναμωθεί. Τι μπορεί, λοιπόν, να γίνει; Στη σειρά χαϊκού τού Tranströmer, «Φυλακή», διακρίνω την απαρχή μιας απάντησης: την αντιμετώπιση τού σωφρονιστικού συστήματος μέσα από ένα ποιητικό πρίσμα. Ο Tranströmer επιστρατεύει τη διαχρονική, μινιμαλιστική αισθητική τού χαϊκού και την ποιητική πειθαρχία η οποία απαιτείται από τον περιορισμένο αριθμό συλλαβών τής συγκεκριμένης φόρμας, και τα αντιπαραθέτει σε μια διαφορετική μορφή πειθαρχίας. Μέσα από την έντονη αντίθεση μεταξύ μορφής και περιεχομένου, τα χαϊκού τού Tranströmer, της συλλογής «Φυλακή», αμφισβητούνε την αποτελεσματικότητα, και ίσως τη νομιμοποίηση, του σωφρονιστικού συστήματος.

Η προσέγγιση του Tranströmer, ωστόσο, εγείρει ένα επείγον ερώτημα. Γιατί χαϊκού; Πριν από την ενότητα «Φυλακή», ο Tranströmer, δεν είχε ασχοληθεί με το χαϊκού• οι δύο προηγούμενες ποιητικές του συλλογές δεν περιλαμβάνουνε κανένα. Επιπλέον, μετά τη «Φυλακή», ο Tranströmer, δεν επανήλθε στο χαϊκού παρά μόνο με τη συλλογή «The Sad Gondola», το 1996, περίπου 37 χρόνια μετά. Συνεπώς, το χαϊκού δεν φαίνεται να είναι η μορφή με την οποία ο Tranströmer αισθάνεται πιο άνετα. Τουλάχιστον, το ιστορικό των εκδόσεών του υποδηλώνει ότι δεν διαθέτει την ίδια εξοικείωση με αυτό όσο με άλλες ποιητικές μορφές. Γιατί να μην γράψει αντ’ αυτών μεγαλύτερα ποιήματα για το σωφρονιστικό σύστημα, όπως αυτά που έγραφε καθ' όλη τη διάρκεια τής ποιητικής του σταδιοδρομίας; Κατ’ αρχάς, το χαϊκού έχει πλούσια ιστορία και κάθε ποιητής που επιστρατεύει τη συγκεκριμένη μορφή επικαλείται ταυτόχρονα και την ιστορία του. Υποθέτω, λοιπόν, ότι η επιλογή τού Tranströmer σχετίζεται με τις καταβολές τής αισθητικής τού χαϊκού και τους δεσμούς της με τη σκέψη Ζεν. Επιπλέον, η επιλογή τού παρατηρησιακού ύφους που συνοδεύει το χαϊκού ενσαρκώνει μια άβολη αναγνώριση τής εμπλοκής τού Tranströmer στον μηχανισμό τής φυλακής.

Ο Faubion Bowers σημειώνει στην εισαγωγή του στο έργο «The Classic Tradition of Haiku», 1996, ότι το χαϊκού εξελίχθηκε από το haikai-no-renga, μια μορφή αλυσιδωτής ποίησης που συνέδεε το haikai, μια (ποιητική) στροφή αποτελούμενη από στίχους των 5-7-5 συλλαβών, με το renga, μια στροφή αποτελούμενη από στίχους των 7-7 συλλαβών. Η μορφή αυτή γνώρισε μεγάλη διάδοση μεταξύ των απλών ανθρώπων στην Ιαπωνία του 16ου μ.Χ. αι. Ωστόσο, το χαϊκού όπως το γνωρίζουμε σήμερα προέρχεται από τον Matsuo Bashō, ο οποίος απομόνωσε το haikai από το haikai-no-renga και το μετέτρεψε σε αυτοτελές ποίημα με την ονομασία hokku, ήτοι την ίδια λέξη η οποία χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει την πρώτη στροφή ενός ποιήματος haikai-no-renga. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Matsuo Bashō, εκτός από ποιητής, ήτανε και ιερέας τού Ζεν Βουδισμού. Στα χέρια του, το χαϊκού μετατράπηκε σε έκφραση τής συνείδησης Ζεν, εστιάζοντας σε στιγμές βαθύτατου νοήματος όπου το άπειρο και το εφήμερο συμπίπτουν, γεννώντας μια αστραπιαία λάμψη σοφίας ή ακόμα και την απόλυτη φώτιση. Πολλά από τα πιο αξιόλογα χαϊκού του Matsuo Bashō αναγνωρίζονται και τιμώνται ακριβώς λόγω των στοιχείων Ζεν που εμπεριέχουν: το θρυλικό του χαϊκού για τον βάτραχο και τη λιμνούλα, όπου ο ήχος τού νερού ακολουθεί το άλμα ενός βατράχου στη λιμνούλα, θεωρείται ότι συμβολίζει την αφύπνιση προς μια ανώτερη συνείδηση. Έτσι, το χαϊκού που κληρονομήσαμε φέρει το αποτύπωμα τής φιλοσοφίας Ζεν, προβάλλοντας ως αισθητική έκφραση των ιδανικών και των πρακτικών τού Ζεν. Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένοι από τους κορυφαίους ποιητές χαϊκού, όπως ο Issa και η Chiyo-ni, υπήρξανε ταυτόχρονα ιερείς και ιέρειες. Η συγγραφή χαϊκού αποτελεί, συνεπώς, μια άσκηση στη φιλοσοφία Ζεν και προσομοιάζει με την τελετουργία τού διαλογισμού. Όπως και ο διαλογισμός, η συγγραφή χαϊκού προϋποθέτει την αποβολή των περιττών σκέψεων και λεπτομερειών, την υποχώρηση τής ατομικής συνείδησης, την αναζήτηση τού αιώνιου χωρίς την ενεργητική του επιδίωξη και την ελευθερία η οποία βρίσκεται μέσ’ από μια εθελούσια αυτοπειθαρχία. Ο διαλογισμός και το χαϊκού αποτελούνε μορφές πνευματικής πειθαρχίας, με στόχο την εξέλιξη τού ατόμου σε έναν καλύτερο ή σοφότερο άνθρωπο. Λόγω τής ιστορίας αλλά και της συντομίας του, το χαϊκού παραπέμπει σε μια αισθητική τής πειθαρχίας, γεγονός που το καθιστά την ιδανική μορφή για την εξέταση, από τον Tranströmer, της συστηματοποιημένης πειθαρχίας τού σωφρονιστικού ιδρύματος. Η ίδια η μορφή τού χαϊκού υποδηλώνει πώς θα έπρεπε να είναι μια υγιής τελετουργία πειθαρχίας, ενώ το θέμα που πραγματεύεται ο Tranströmer περιγράφει ένα πολύ λιγότερο ευεργετικό είδος πειθαρχίας, τα μειονεκτήματα του οποίου αναδεικνύονται μέσ’ από τη συγκεκριμένη ποιητική φόρμα.

Ταυτόχρονα, η χρήση τού χαϊκού από τον Tranströmer εμπεριέχει ορισμένες ανησυχητικές ιδεολογικές παραδοχές, για τις οποίες ο ίδιος ο ποιητής φαίνεται πως έχει επίγνωση. Παρακολουθώντας τούς έγκλειστους και προσπαθώντας να αποκαλύψει πτυχές τού εσωτερικού τους κόσμου, μέσ’ από την παρουσίαση παρατηρήσιμων εξωτερικών λεπτομερειών, ο Tranströmer, υιοθετεί μια προσέγγιση που έχει τις ρίζες της, και οφείλει την αποτελεσματικότητά της, στο ίδιο εκείνο το σύστημα εναντίον τού οποίου στρέφεται. Συνδέοντας τη διάδοση δομών που προσομοιάζουνε με φυλακή με όλους τους άλλους τομείς τής κοινωνίας που επιβάλλουνε κανόνες κανονικότητας, ο Foucault επισημαίνει ότι η κοινωνία που προκύπτει διαθέτει μια «υφή φυλακής», όπου ο έλεγχος των πολιτών είναι τόσο διάχυτος ώστε να φαντάζει φυσιολογικός. Επιπλέον, η πανταχού παρούσα φύση αυτού τού ελέγχου «εξασφαλίζει αφενός την πραγματική αιχμαλώτιση τού σώματος αφετέρου τη διαρκή παρακολούθησή του». Με άλλα λόγια, σε καμία στιγμή ο πολίτης μιας φυλακιστικής κοινωνίας δεν βρίσκεται εκτός ενός κελιού, είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά• αν ο πολίτης δεν είναι στη φυλακή, εξακολουθεί να υπόκειται σε κάθε είδους παρακολούθηση ανάλογης φύσης, είτε πρόκειται για ιατρική καταγραφή είτε για παρακολούθηση τής εκπαιδευτικής επίδοσης είτε για έλεγχο τής επαγγελματικής απόδοσης είτε οτιδήποτε παρεμφερές. Παρά την αδιακρίτως παρεμβατική του φύση, ο Foucault, σημειώνει ότι το σύστημα αυτό έχει γεννήσει έναν από τους πυλώνες τής σύγχρονης σκέψης: την ιδέα τού κατανοήσιμου ανθρώπου. Είτε για καλό είτε για κακό, γράφει ο Foucault, η ιδέα ότι μπορούμε να κατανοήσουμε τούς άλλους ανθρώπους παρατηρώντας τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά πηγάζει από το σωφρονιστικό σύστημα: «Ο άνθρωπος ως αντικείμενο γνώσης (ψυχή, ατομικότητα, συνείδηση, συμπεριφορά, ή όπως αλλιώς κι αν ονομάζεται) αποτελεί το αποτέλεσμα – αντικείμενο αυτής τής αναλυτικής επένδυσης, αυτής τής κυριαρχικής παρατήρησης». Ως εκ τούτου, ο Tranströmer, έρχεται αντιμέτωπος με μια ακόμη δυσκολία. Όχι μόνο εμπλέκεται στο σωφρονιστικό σύστημα λόγω τής ιδιότητάς του ως ψυχολόγου – ως φορέα επιβολής των κανόνων ψυχικής υγείας – αλλά και οι θεμελιώδεις παραδοχές που επιτρέπουνε στα χαϊκού του να λειτουργήσουν, εμπλέκονται με τη σειρά τους σε αυτό. Αν ο Tranströmer πρόκειται να αποκαλύψει στους αναγνώστες του τον εσωτερικό κόσμο των έγκλειστων αγοριών μέσω τής φόρμας τού χαϊκού, οφείλει να καταφύγει στην απεικόνισή τους από έξω και να δείξει πώς οι χειρονομίες και οι πράξεις τους φανερώνουν όσα συμβαίνουνε στο εσωτερικό τους. Ωστόσο, τα πράγματα περιπλέκονται αν πρόκειται να χρησιμοποιήσει αυτήν την προσέγγιση για να ασκήσει κριτική στο σωφρονιστικό μηχανισμό. Η προσέγγισή του λειτουργεί εξαρχής μόνον επειδή το φυλακιστικό σύστημα δημιούργησε την υποδομή που την τροφοδοτεί – πώς μπορεί, λοιπόν, να επιτεθεί στο σύστημα όταν ο ίδιος και τα όπλα του αποτελούνε μέρος αυτού; Αυτός ο προβληματισμός διατρέχει τα ποιήματα τής ενότητας «Φυλακή» και υποψιάζομαι ότι καθορίζει την επιλογή τής φόρμας τού χαϊκού από τον Tranströmer. Η σύνδεση τού χαϊκού με τον διαλογισμό και την απαλλαγή από την αυτοσυνειδησία που το συνοδεύει ίσως προσφέρει παράκαμψη από τον ψυχολογικό μηχανισμό τον οποίο χρησιμοποιεί ο Tranströmer και ο οποίος είναι εμποτισμένος με τη φυλακίστικη λογική. Η έννοια του «karumi» τού Bashō, που μεταφράζεται κατά προσέγγιση ως «ελαφρότητα», προσφέρει μια λύση στο πρόβλημα τού Tranströmer. Η Βρετανική Εταιρεία Χαϊκού (British Haiku Society), στο κείμενο «English Haiku: A Composite View» (2002), προτείνει έναν λειτουργικό ορισμό τής «ελαφρότητας» ο οποίος εξηγεί γιατί τα χαϊκού είναι τόσο ελκυστικά για το εγχείρημα τού Tranströmer: «[Η ελαφρότητα] δεν σημαίνει ότι το χαϊκού φιλοδοξεί να είναι «ελαφρύ ποίημα», αστόχαστο• σημαίνει, μάλλον, ότι ο ποιητής χαϊκού πρέπει να είναι σε θέση να παρουσιάζει όλες τις πτυχές τής ζωής, τόσο τις χαρούμενες όσο και τις τραγικές (ακόμη και τον ίδιο του τον θάνατο!), με τρόπο νηφάλιο, ενδιαφέροντα και απαθή». Με γνώμονα αυτήν την αρχή, ένα επιτυχημένο χαϊκού είναι εκείνο που εξετάζει τα πράγματα χωρίς να επιστρατεύει πρόσθετους φιλοσοφικούς ή μεθοδολογικούς μηχανισμούς, όπως, για παράδειγμα, τους τρόπους με τους οποίους ο ψυχολόγος προσεγγίζει την ανθρώπινη συμπεριφορά. Η συγγραφή χαϊκού, λοιπόν, σηματοδοτεί μιαν απομάκρυνση από τους προβληματικούς συσχετισμούς τής ψυχολογίας. Η χρήση τού χαϊκού, επίσης, ίσως υποδηλώνει σκεπτικισμό ή και εχθρότητα απέναντι σε μια ποίηση που καθορίζεται από την ψυχολογία. Σε κάθε περίπτωση, η φόρμα τού χαϊκού, ανάμεσα στην αισθητική της και την ιδεολογία της, φαίνεται να αποτελεί τον ισχυρότερο ποιητικό σύμμαχο τού Tranströmer στην αναμέτρησή του με το σωφρονιστικό σύστημα και τα χαϊκού τής ενότητας «Φυλακή» στρέφουν όλα ένα κριτικό βλέμμα στο ομώνυμο ίδρυμα.

συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: