14 Οκτωβρίου 2026

Αισθητική τού Σωφρονισμού – τα Χαϊκού τής Φυλακής τού Tomas Tranströmer [Alexander B. Joy] - III

…συνέχεια από το 2ο μέρος.

Η συλλογή [σ.σ. Όλες οι αγγλικές μεταφράσεις των χαϊκού τού Tranströmer για τη φυλακή ανήκουν στον Robin Fulton, από τη συλλογή «The Great Enigma: New Collected Poems», 2006. – σ.μ. Στα ελληνικά επέλεξα μια κατά γράμμα απόδοση] ξεκινά με την εικόνα μιας πολύ αγαπημένης τελετουργίας τής παιδικής ηλικίας, η οποία όμως γίνεται καταπιεστική και απογοητευτική εξαιτίας των στεγανών φραγμών τής φυλακής:

Ομάδες των έντεκα
ξαφνική απογοήτευση – η μπάλα πέρασε
πάνω από τον τοίχο.

Στον πρώτο στίχο, η αναφορά σε έντεκα παίκτες ανά πλευρά παραπέμπει σε αγώνα ποδοσφαίρου, ίσως σαν αυτόν που θα έβλεπε κανείς σε μια σχολική αυλή κατά τη διάρκεια τού διαλείμματος. Πέρα από το γεγονός ότι, στην Ευρώπη, αποτελεί δημοφιλή διασκέδαση μεταξύ των παιδιών αλλά και των ενηλίκων, η επιλογή αυτού τού αθλήματος είναι ιδιαίτερα εύστοχη λόγω τού τρόπου με τον οποίο το παιχνίδι αξιοποιεί τις γραμμές τού (αγωνιστικού) χώρου. Σ’ έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, όταν η μπάλα βγαίνει έξω από τις γραμμές, η απογοήτευση που προκαλείται διαφέρει από εκείνη που συναντάμε σε αθλήματα όπως το αμερικανικό ποδόσφαιρο ή το μπέιζμπολ, όπου το παιχνίδι διακόπτεται και η δράση πρέπει να ξεκινήσει ξανά. Στο ποδόσφαιρο, το πέταγμα τής μπάλας έξω από τις γραμμές, σηματοδοτεί μια πολύ πιο έντονη στιγμή, ανάλογα με το ποιος την άγγιξε τελευταίος. Προμηνύει μια μεταβολή στη ροή τού αγώνα, ανακόπτοντας την επίθεση τής μιας πλευράς και δίνοντας έναυσμα στην άλλη, ή αλλιώς υποδηλώνει την εκτέλεση κόρνερ (Για να προσθέσω και ένα ανεπίσημο στοιχείο, δε νομίζω να έχω παρακολουθήσει ποτέ αγώνα ποδοσφαίρου όπου το πέταγμα τής μπάλας εκτός γραμμής να μην προκάλεσε επευφημίες των θεατών.). Ωστόσο, η στιγμή την οποία αποτυπώνει ο Tranströmer διαλύει κάθε προσδοκία χαράς. Η τοποθέτηση τής φράσης «ξαφνική απογοήτευση» την καθιστά να αφορά και τις δύο ομάδες, παρόλο που υπό κανονικές συνθήκες η μία πλευρά θα είχε λόγο να πανηγυρίζει. Το υπόλοιπο τού χαϊκού εξηγεί γιατί στενοχωρήθηκαν όλοι: «η μπάλα πέρασε / πάνω από τον τοίχο». Η μπάλα, όχι μόνο βγήκε από τα όρια τού παιχνιδιού, αλλά ξεπέρασε και τα όρια τής φυλακής. Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το παιχνίδι ουσιαστικά τελείωσε και αυτό που ξεκίνησε ως κάτι για να ξεφύγουνε για λίγο από τον εγκλεισμό διακόπτεται απότομα και το καταπιεστικό περιβάλλον τής φυλακής επιβάλλεται ξανά. Η τελική εικόνα τού χαϊκού είναι ο τοίχος, ο οποίος παίζει με την έννοια των ορίων. Εδώ, ο τοίχος αποτελεί το αδιαπέραστο όριο• το σημάδι ενός περίγυρου από τον οποίο δεν υπάρχει διαφυγή, ούτε σωματική ούτε νοητική. Η εμφάνιση τού σκηνικού τής φυλακής θρυμματίζει την εικόνα τής αθώας παιδικής διασκέδασης, την οποία υποδηλώνει ο πρώτος στίχος, και ακόμα η ξαφνική παρουσία του δεν αμφισβητεί ακριβώς την αθωότητα των νεαρών. Η διατύπωση τού χαϊκού δεν αφήνει να εννοηθεί ότι πρόκειται για σκληροπυρηνικούς εγκληματίες• απεναντίας, η διακοπή του παιχνιδιού τους τούς κάνει να φαντάζουν πιο παιδιάστικοι, πιο συμπαθείς.

Η στρατηγική τού Tranströmer να παρουσιάζει τούς κρατούμενους με όλη τους την παιδικότητά επανέρχεται επίσης και στο δεύτερο χαϊκού, απεικονίζοντας μιαν αντίδραση στην πλήξη η οποία είναι σαφώς παιδαριώδης. Αν το πρώτο χαϊκού σκόπευε να δείξει μια διαθέσιμη ευχάριστη απασχόληση για τους νεαρούς φυλακισμένους, το δεύτερο δείχνει τη θλιβερή έλλειψη εναλλακτικών τρόπων διαφυγής:

Περισσότερος θόρυβος απ’ όσο χρειάζεται
μόνο και μόνο για να τρομάξει ο χρόνος
και να προχωρήσει.

Εδώ συναντάμε το αιώνιο παράπονο γονέων, δασκάλων και όλων όσων μοιράζονται χώρους με πολύ νεότερά τους άτομα: τον ασταμάτητο, υπερβολικό θόρυβο. Ο Tranströmer ξεκινά το χαϊκού σα να πρόκειται να επιπλήξει τούς νεαρούς τροφίμους για να ησυχάσουν, θυμίζοντας το στερεότυπο τού επιτηρητή αίθουσας μελέτης. Ωστόσο, ο Tranströmer, στους επόμενους δύο στίχους, αντιστρέφει απότομα την αναμενόμενη αυστηρή στάση, προσφέροντας ένα κατανοητό κίνητρο για τη θορυβώδη συμπεριφορά. Ο θόρυβος γίνεται με την ελπίδα να «τρομάξουν το χρόνο», λες και πρόκειται για κάποιο ζώο, ώστε να τον αναγκάσουνε να πάρει μπρος και να «κουνηθεί». Με άλλα λόγια, οι έγκλειστοι βαριούνται στον περιορισμένο χώρο στον οποίο βρίσκονται. Ο θόρυβος τον οποίο παράγουν αποτελεί στρατηγική επιβίωσης: ίσως για να επιταχύνουνε το πέρασμα μιας ημέρας, ίσως για να επισπεύσουνε την ημέρα τής αποφυλάκισής τους. Σε κάθε περίπτωση, το χαϊκού υποδηλώνει ότι δεν γίνονται αρκετά ώστε αυτοί οι νέοι να διατηρήσουνε μια υγιή ψυχική κατάσταση. Επιπλέον, αφήνει να εννοηθεί ότι η ανάρμοστη συμπεριφορά των τροφίμων, είτε εντός είτε εκτός φυλακής, ίσως προέρχεται από την ανάγκη πνευματικών ερεθισμάτων. Αυτό μοιάζει με κριτική κατά τής δομής τού σωφρονιστικού συστήματος και στις δύο περιπτώσεις, καθώς η φυλάκιση και η επιβολή πλήξης σε ένα νεαρό παραβάτη δύσκολα αποτελούνε βιώσιμη στρατηγική αναμόρφωσης, όταν η πλήξη ήτανε το πρωταρχικό κίνητρο για τις αρχικές παραβάσεις του. Φυσικά, η προοπτική τού «κινήτρου» υπονοεί την ύπαρξη κάποιας βούλησης πίσω από κάθε πράξη. Ο Tranströmer περιπλέκει αυτή την αιτιώδη αντίληψη, στο επόμενό του χαϊκού, αμφισβητώντας το βαθμό ελεύθερης βούλησης τον οποίο διέθεταν εξαρχής οι έγκλειστοι:

Με λάθος ορθογραφία, εκείνες οι ζωές –
η ομορφιά παραμένει, όπως
τα σημάδια των τατουάζ παραμένουν.

Ο πρώτος στίχος φαίνεται να εισάγει το ζήτημα της μοίρας, υπονοώντας ότι οι έγκλειστοι είναι θύματα ενός ευρύτερου σχεδίου πάνω στο οποίο δεν έχουνε κανέναν έλεγχο. Αν κάθε πράξη είναι προδιαγεγραμμένη, οι δικές τους ήτανε γραμμένες με «λάθος ορθογραφία», καταδικάζοντάς τους σε μια ανεπιθύμητη μοίρα. Όποια ευτυχία κι αν απολαμβάνουν ακόμη, όποια «ομορφιά παραμένει», φαίνεται ωστόσο να είναι αλλοιωμένη από την άτυχη μοίρα τους. Η σύγκριση με τα «σημάδια τατουάζ», στον τρίτο στίχο, παρομοιάζει την παλιά τους χαρά με έναν λεκέ στο δέρμα που διακρίνεται από μακριά, υπογραμμίζοντας τις τωρινές τους συμφορές.

Ο Tranströmer συνεχίζει την τακτική του να αντιμετωπίζει με συμπάθεια τούς έγκλειστους, παρουσιάζοντάς τους με ανάλογα συμπονετικό τρόπο και στα υπόλοιπα ποιήματα. Σε ένα άλλο χαϊκού, ο Tranströmer παίζει με τις προκαταλήψεις που ενδέχεται να έχουν οι αναγνώστες του για τους έγκλειστους, ακυρώνοντας τις προσδοκίες τους περί εγκληματικής πρόθεσης. Με έναν εναρκτήριο στίχο που φαίνεται να προμηνύει μια προκλητική, έντονη αντιπαράθεση στη συνέχεια, ο Tranströmer, αιφνιδιάζει τον αναγνώστη παρουσιάζοντας έναν πράο, υποτονικό νέο, του οποίου η πραγματική παραβατικότητα τίθεται υπό αμφισβήτηση:

Όταν ο δραπέτης
πιάστηκε, είχε τις τσέπες του γεμάτες –
με βρώσιμα μανιτάρια.

Ο εναρκτήριος στίχος μάς συστήνει τον κεντρικό ήρωα: ένα δραπέτη. Αμέσως, ο Tranströmer μεταφέρει το φόβο ο οποίος ενυπάρχει σε κάθε είδηση για απόδραση από τη φυλακή: ότι ο δραπέτης θα επιστρέψει άμεσα στην εγκληματική του δράση. Ο δεύτερος στίχος χρησιμοποιεί αυτήν την υπόθεση για να κλιμακώσει την αγωνία. Ο δραπέτης έχει «γεμάτες τσέπες»• μήπως, άραγε, επιδόθηκε με μανία σε κλοπές; Ο τρίτος στίχος, ωστόσο, περιπλέκει την εικόνα τού στυγνού εγκληματία και μάλιστα τη διακωμωδεί. Ο φαινομενικός πορτοφολάς δεν έχει κλέψει τίποτα• το μόνο που έχει κάνει είναι ότι γέμισε τις τσέπες του με βρώσιμα μανιτάρια και μάλιστα κανθαρέλες, οι οποίες είναι μανιτάρια με έντονο χρώμα και γεύση και αφθονούνε στα σκανδιναβικά δάση, καθιστώντας απίθανο το ενδεχόμενο ο δραπέτης να τις έκλεψε από κάποια αγορά. Το ερώτημα είναι γιατί συνέλεξε τόσες πολλές. Ίσως να είχε δραπετεύσει πριν από αρκετές μέρες και να χρειαζότανε θρεπτικά συστατικά για να επιβιώσει. Ίσως απλά να είχε βαρεθεί το φαγητό τής φυλακής και να επιθυμούσε κάτι καλύτερο και αυτό να τον ώθησε στην απόδραση και την αναζήτηση τροφής στο δάσος. Όπως και να έχει, σε καμία περίπτωση δεν φαντάζει ως ο επικίνδυνος εγκληματίας τον οποίο περίμενε το κοινό τού Tranströmer και η σύλληψή του υποβαθμίζει περαιτέρω την όποια απειλή θα μπορούσε να συνιστά. Ο αναγνώστης καλείται να αναλογιστεί γιατί θεώρησε εξαρχής τον δραπέτη ως παρία – ειδικά αν τα κίνητρά του είναι τόσο αθώα όσο η αναζήτηση τροφής. Η αμφιβολία με την οποία διαποτίζεται ο αναγνώστης αυτού τού χαϊκού, δυσφημίζει τα όσα συμβαίνουνε στη φυλακή.

Η απεικόνιση τού σωφρονιστικού μηχανισμού γίνεται κάπως πιο αιχμηρή στα επόμενα τρία χαϊκού τής σειράς, όπου μια σειρά από λακωνικές, μετρημένες παρατηρήσεις παρουσιάζουνε τη φυλακή ως ένα είδος απόκοσμης μάστιγας. Σα να απαντούσε στους ήχους τού νερού τού Matsuo Bashō, ο Tranströmer μάς μεταφέρει τούς πολύ λιγότερο γαλήνιους ήχους τής φυλακής:

Ο θόρυβος από τα εργαστήρια
και τα βαριά βήματα στον πύργο φρουράς
μπερδέψανε το δάσος.

Η εικόνα φαίνεται αρκετά ουδέτερη, μέχρι τη στιγμή που ο Tranströmer ρίχνει τη λέξη «μπερδέψανε» στον τελευταίο στίχο. Το ρήμα μάς αποκαλύπτει ότι το δάσος – και ο φυσικός κόσμος τον οποίο συμβολίζει – δεν ξέρει πώς να ερμηνεύσει τούς θορύβους τής φυλακής. Κατ’ επέκταση, υποδηλώνεται επίσης ότι ο φυσικός κόσμος δεν μπορεί να αντιληφθεί την έννοια τής φυλακής. Εδώ, η φυλακή εμφανίζεται ως κάτι αφύσικο• όχι απλώς τεχνητό, αλλά μάλλον κάτι που αντιτίθεται ολοκληρωτικά στη φύση. Ο Tranströmer απομακρύνει τη φυλακή ακόμη περισσότερο από τη φύση, μέσα από μια ευφυή παραλλαγή τής «εποχικής λέξης», στο επόμενό του χαϊκού:

Οι ψηλές πόρτες ανοίγουν διάπλατα.
Βρισκόμαστε στην αυλή τής φυλακής,
σε μια νέα εποχή.

Το kigo ή «εποχική λέξη», αποτελεί ένα είδος ποιητικής σύμβασης στο χαϊκού καθώς λειτουργεί ως χρονικός δείκτης που βοηθά στον καθορισμό τού σκηνικού τού ποιήματος, αποκαλύπτοντας την εποχή κατά την οποία διαδραματίζεται το χαϊκού, χωρίς να απαιτούνται επιπλέον συλλαβές. Το ανωτέρω ποίημα τού Tranströmer αξιοποιεί την έννοια των εποχών στον τρίτο στίχο του, αλλά αποφεύγει συνειδητά κάθε συγκεκριμένο εποχικό δείκτη, ανατρέποντας έτσι την τυπική λειτουργία τού kigo ως μέτρο τού χρόνου. Σε αυτό το χαϊκού, η φυλακή, μετατρέπεται σε ένα χώρο απομονωμένο από τη ροή τού χρόνου, όπου η αλλαγή τής εποχής αποκαλύπτεται μόνον όταν ανοίγουν οι πόρτες της. Κατά συνέπεια, η φυλακή επηρεάζει αρνητικά τον τρόπο με τον οποίο οι έγκλειστοι βιώνουνε το χρόνο. Μέσα στη φυλακή, όλες οι εποχές μοιάζουν ίδιες, εξαλείφοντας την απόλαυση την οποία προσφέρει η εναλλαγή τους και ενισχύοντας έτσι τη μονοτονία, για την οποία, ο Tranströmer, από προηγούμενο χαϊκού, έδειξε ότι αποβαίνει επιζήμια. Ομοίως, χωρίς τις εποχές να βοηθούνε στη μέτρηση τής ροής τού χρόνου, οι έγκλειστοι μοιάζουν εγκλωβισμένοι σε ένα αιώνιο παρόν, ανίκανοι να προσδιορίσουνε πόσο καιρό ακόμη έχουνε μέχρι να εκτίσουνε την ποινή τους. Στο επόμενο χαϊκού, ο εφιαλτικός αποχωρισμός τής φυλακής από τον κόσμο γίνεται τόσο εμφανής, ώστε μπορεί να παρατηρηθεί από απόσταση:

Τα φώτα τού τοίχου είναι αναμμένα –
ένας πιλότος τη νύχτα βλέπει μια κηλίδα
από μη πραγματική λάμψη.

Μετά τη δύση τού ήλιου, όταν τα φώτα έχουν ανάψει, κάποιος που πετά από πάνω και έχει πανοραμική θέα τής φυλακής βλέπει μια «κηλίδα» στο τοπίο – μια λέξη που παραπέμπει σε ατέλεια, λεκέ ή μια πληγή στο τοπίο. Παρόλο που αποτελεί πηγή φωτός – το οποίο συμβατικά συνδέεται με θετικές έννοιες όπως η καθοδήγηση, η γνώση ή η ελπίδα – η φυλακή παρουσιάζεται με αρνητικό πρόσημο. Επιπλέον, περιγράφεται ως μια πληγή «μη πραγματικής λάμψης», τονίζοντας για άλλη μια φορά τον αφύσικο χαρακτήρα τής φυλακής. Η μη πραγματική όψη που αποδίδει ο Tranströmer στη φυλακή σε αυτά τα τρία χαϊκού συνιστά μια αιχμηρή κριτική. Εφόσον η φυλακή υποτίθεται ότι αποσκοπεί στον σωφρονισμό και την καλύτερη προετοιμασία των έγκλειστων για την αλληλεπίδρασή τους με τον «πραγματικό κόσμο» έξω από αυτήν, πόσο ωφέλιμος μπορεί να είναι πραγματικά ο ερχομός (και η παραμονή) σε αυτήν, όταν η ίδια η φυλακή διαφέρει τόσο πολύ από εκείνον τον κόσμο;

Σ’ αυτό το πνεύμα, οι ανησυχίες για το μέλλον των έγκλειστων, ή για την απουσία μέλλοντος, διατρέχουνε τα δυο τελευταία χαϊκού τής συλλογής «Φυλακή», όπου ο Tranströmer μετατρέπει στιγμές μεγάλης ευαλωτότητας σε ειλικρινά ερωτήματα για το τι μπορεί να επιφυλάσσει το μέλλον. Το προτελευταίο ποίημα μάς επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά στον εσωτερικό κόσμο των κοιμισμένων φυλακισμένων κατά τη διάρκεια μιας σύντομης νυχτερινής σκηνής:

Ένα τεράστιο φορτηγό
κάνει πολύ θόρυβο περνώντας τη νύχτα. Τα όνειρα
των έγκλειστων τρέμουν.

(Πιθανώς μια αναφορά στο ποίημα τού Buson: «Το βαρύ βαγόνι / περνάει βροντερά∙ / Οι παιώνιες τρέμουν.» H μετάφραση είναι τού R. H. Blyth.)

Με την πρώτη ματιά, το χαϊκού, είναι μια εικόνα μεταφερόμενης κινητικής ενέργειας, όπου το σεισμικό πέρασμα ενός μεγάλου φορτηγού τραντάζει τα όνειρα των κοιμισμένων κρατουμένων σαν πιάτα σ’ ένα ντουλάπι. Συνορεύει με το παιχνιδιάρικο, παίζοντας με την αδυναμία ενός άυλου ονείρου να σειστεί από μια αλλαγή στον υλικό κόσμο. Ωστόσο, οι διφορούμενες επιλογές λέξεων, σε αυτό το ποίημα, περιπλέκουνε μια κατά τα άλλα απλή ερμηνεία. Τα «όνειρα» σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσανε να σημαίνουνε τα οράματα που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια τού ύπνου, αλλά η λέξη θα μπορούσε το ίδιο εύκολα να υποδηλώνει τις ελπίδες και τις προσδοκίες για το μέλλον οι οποίες στηρίζουνε το πνεύμα κάποιου στο παρόν. Όποια και αν είναι αυτά τα «όνειρα», έχουνε μια αίσθηση ευθραυστότητας: «τρέμουν», σα να είναι κάτι που θα μπορούσε να πέσει και να θρυμματιστεί, ή σαν να είναι δειλά πλάσματα τα οποία τρέμουν από φόβο καθώς περνάει το γιγάντιο φορτηγό. Ο Tranströmer έτσι προσφέρει μια εικόνα εξασθενημένης ελπίδας, όπου οι στιγμιαίες αποδράσεις των έγκλειστων από τη ζωή τής φυλακής – στον ύπνο ή ατενίζοντας προς το μέλλον – αποδεικνύονται εύθραυστες και αδύναμες. Το τελευταίο χαϊκού τής συλλογής αποδίδει την ευθύνη για αυτήν την εύθραυστη κατάσταση στην ίδια τη φυλακή, καταλήγοντας σ’ έναν πίνακα με σκεβρωμένης γονεϊκότητας υπονοούμενα:

Το αγόρι πίνει γάλα και
κοιμάται με ασφάλεια στο κελί του,
μια πέτρινη μητέρα.

Από το ξεκίνημά του, το ποίημα μάς αναγκάζει να ξεχάσουμε ετικέτες όπως «έγκλειστος» ή «φυλακισμένος» ή «δραπέτης» – εδώ έχουμε μόνο ένα «αγόρι», μια ονομασία όσο το δυνατόν πιο παιδική και αθώα. Η νεανική του ευαλωτότητα γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν το βλέπουμε να πίνει γάλα πριν τον ύπνο, ένα παλιό γιατροσόφι για τα άυπνα παιδιά. Ο δεύτερος στίχος τού ποιήματος βάζει το αγόρι για ύπνο στο κελί του, αλλά εγείρει μερικά ερωτήματα με την επιρρηματική χρήση τού «με ασφάλεια». Για ποιον είναι ασφαλής η κατάσταση; Ο έξω κόσμος γίνεται ασφαλής από την απομόνωση τού αγοριού στο κελί του, ή μήπως αυτό είναι που αισθάνεται ασφαλές μέσα στο κελί; Ο τελευταίος στίχος υποδηλώνει ότι ισχύει το δεύτερο, καθώς η περιγραφή τού κελιού ως «πέτρινη μητέρα» υπονοεί ότι η φυλακή έχει αναλάβει έναν μητρικό ρόλο για το αγόρι. Η φυλακή έχει γίνει το σπίτι του και είναι το μέρος όπου αισθάνεται πιο ασφαλής. Ακόμα κι έτσι, είναι μια ψυχρή μητέρα, αφού η πέτρα δύσκολα υποδηλώνει τη ζεστασιά και την υποστήριξη που συνήθως συνδέονται με τη μητρική. Αν η φυλακή έχει αναλάβει ένα γονικό ρόλο για αυτό, η αναφορά τής πέτρινης μητέρας υποδηλώνει κάτι αφύσικο σχετικά με αυτό που έχει συμβεί. Όποια σχέση κι αν υπάρχει μεταξύ τού αγοριού και της φυλακής, δεν φαίνεται να είναι υγιής. Από αυτήν την άποψη, ορισμένες περαιτέρω παρατηρήσεις του Φουκώ είναι διδακτικές:
Ο παραβάτης δεν είναι εκτός νόμου∙ βρίσκεται, από την αρχή, μέσα στο νόμο, στην καρδιά τού νόμου, ή τουλάχιστον εν μέσω εκείνων των μηχανισμών που μεταφέρουνε το άτομο ανεπαίσθητα από την πειθαρχία στον νόμο, από την παρέκκλιση στο αδίκημα... Ο παραβάτης είναι ένα θεσμικό προϊόν.

Για τον Φουκώ, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο όπως «παράνομος», επειδή αυτή η ετικέτα προκύπτει μόνο ως συνέπεια τής ύπαρξης ενός νόμου που δηλώνει ότι το άτομο έχει κάνει κάτι παράνομο. Με άλλα λόγια, κανείς δεν είναι εγκληματίας, μέχρις ότου υπάρξει νόμος που να ποινικοποιεί τις πράξεις του. Κατά συνέπεια, η έννοια τού «μικροεγκληματία» – ενός νέου τού οποίου η συμπεριφορά υποδηλώνει τάση διάπραξης μικροαδικημάτων – είναι προϊόν ενός συγκεκριμένου συστήματος πειθάρχησης. Δεν προκαλεί έκπληξη, λοιπόν, το γεγονός ότι το αγόρι στο τελευταίο χαϊκού τού Tranströmer θεωρεί τη φυλακή σπίτι του και το κελί μητέρα του. Αποτελούν υλικά σημάδια τού θεσμού ο οποίος καθόρισε την ύπαρξή του• είναι, ως εκ τούτου, το μόνο σπίτι που πραγματικά γνωρίζει.

Τελικά, τα χαϊκού τού Tranströmer τής συλλογής «Φυλακή» ίσως να μην λειτουργούν ακριβώς όπως τα συμβατικά χαϊκού, ωστόσο αυτό δεν μειώνει την ποιότητά τους ως χαϊκού. Αναμφίβολα, φαίνεται να ενδιαφέρονται λιγότερο για τον κόσμο πέρα από το δικό μας και να εστιάζουνε περισσότερο στην ερμηνεία τού κόσμου όπως ακριβώς είναι. Ωστόσο, οι περιεκτικές ερμηνείες που προσφέρουνε τα χαϊκού τού Tranströmer εμπεριέχουνε την ίδια διαπεραστική οξύνοια που χαρακτηρίζει τη στιγμή τού χαϊκού, και φθάνουνε με μια παρόμοια αστραπιαία λάμψη. Άλλωστε, μια στιγμή εύστοχης κοινωνικής κριτικής, που αφυπνίζει τον αναγνώστη απέναντι σε ένα ευρύτερο κοινωνικό ζήτημα, είναι – με τον δικό της τρόπο – συγκρίσιμη με τη στιγμή τής αφύπνισης που συνοδεύει τα κορυφαία χαϊκού. Τα χαϊκού τού Tranströmer, λοιπόν, είναι ποιήματα με συγκεκριμένο σκοπό, που αξιοποιούνε μια αισθητική τής πειθαρχίας για να μας δείξουνε πώς o σωφρονισμός θα όφειλε να είναι.

ΤΕΛΟΣ

13 Οκτωβρίου 2026

[στη Μακρόνησο, 11.10.2026] - I

Το παρόν είναι το πρώτο μέρος με εικόνες από τη Μακρόνησο, από τη διαδρομή στα χώματα και την ιστορία της, την οποία οργάνωσε ο ΕΟΣ Κορίνθου και πραγματοποιήθηκε το πρωινό τής 11ης Οκτώβρη 2026, και ακολούθησα.
Είναι αυτονόητο ότι ένα νησί έκτασης 18.000 στρεμμάτων, μήκους 13 χλμ., μέγιστου πλάτους 2,5 χλμ. και 28 χλμ. ακτογραμμής, με μόνο ένα χωματόδρομο, να διατρέχει τη δυτική του πλευρά, και άλλους κάθετους, από αυτόν, να εξυπηρετούνε τους λιγοστούς βοσκούς, οι οποίοι αφήνουνε τα κοπάδια τους στο νησί, και ελάχιστους μελισσοκόμους, χρειάζεσαι αρκετές μέρες να το γνωρίσεις ενώ οι ανελαστικοί χρονικοί περιορισμοί τού εν λόγω πρωινού – μετά τις 2.30 μ.μ. λόγω απαγορευτικού δεν επιτρεπόταν ο απόπλους μικρών σκαφών όπως αυτό που μας μετέφερε – δυσκόλευαν ακόμα περισσότερο την εκτέλεση τής εκδήλωσης.
Παρ’ όλα αυτά το πρόγραμμα βγήκε και περιλάμβανε αφενός περιήγηση σε μνημεία πάνω από την προβλήτα, στην οποία δένουνε τα ferry boat και τα πλοιάρια, που έρχονται στο νησί, αφετέρου πεζοπορία από εκεί μέχρι το φάρο στο νοτιότερο σημείο τού νησιού. Η συνολική διαδρομή την οποία διανύσαμε ανήλθε στα 17 περίπου χλμ. εκ των οποίων τα 12 αφορούσανε την πεζοπορία προς και από το φάρο.
Το παρόν, το 1ο μέρος, αφορά την περιήγηση σε ιστορικά και αρχαιολογικά μνημεία της, πάνω από την προβλήτα. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι από την 02.07.2019 η Μακρόνησος, εκτός από «Χώρος Ιστορικής Μνήμης», χαρακτηρίστηκε και «Αρχαιολογικός Χώρος» κάτι που απαγορεύει οποιαδήποτε μεταβολή των μνημειακών εγκαταστάσεων στο έδαφός της. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι οι εγκαταστάσεις, που απλώνονται στο μεγαλύτερο μέρος τής δυτικής ακτογραμμής, είναι σε δυσανάλογο βαθμό κατεστραμμένες, για τα χρόνια που έχουνε περάσει από όταν φτιαχτήκανε και το γεγονός ότι δεν υπήρξε κάποιο φυσικό φαινόμενο ικανό να προκαλέσει εκτεταμένες καταστροφές, και αυτό οφείλεται στην άδεια που δόθηκε επί χούντας, σε εργολάβους, να πάνε στο νησί και να πάρουν οτιδήποτε υλικό θέλανε για να το χρησιμοποιήσουνε σε έργα αλλού, π.χ. στην ηπειρωτική Αττική. Επίσης η συντριπτική πλειοψηφία των κτιρίων είναι ξερολιθιές με επίχρισμα σοβά και τα πάντα εκεί χτίστηκαν από τους εξόριστους, μετά το 2ο Π.Π., οι οποίοι εκτελούσανε καταναγκαστικά έργα.
Η ανθρώπινη παρουσία στο νησί χάνεται στα βάθη τής ιστορίας αλλά είναι γνωστή γιατί
αφενός μετά τη μικρασιατική καταστροφή εγκατασταθήκανε σε αυτό πρόσφυγες ενώ λειτούργησε και ως λοιμοκαθαρτήριο – καραντίνα όπου πεθάνανε περισσότεροι από 6.000 άνθρωποι, από τους 25-30.000 περίπου που φιλοξενήθηκαν
αφετέρου για τη χρήση της ως τόπος εξορίας και βασανισμού, κυρίως το διάστημα 1947 – 1950 (οι τελευταίοι στρατιώτες πάντως φύγανε το 1961) στη συντριπτική κομμουνιστών αλλά και άλλων: μειονοτικοί κ.λπ.
Στην ιστοσελίδα el.wikipedia.org, διαβάζομε χαρακτηριστικά: 
Το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου ακολουθεί η αρχή του εμφυλίου πολέμου. Η Μακρόνησος αποτελεί μία από τις μελανότερες σελίδες της ιστορίας του. Το 1947 εξορίζονται εκεί όλοι οι νεοσύλλεκτοι στρατιώτες με «ύποπτα φρονήματα», επανδρώνοντας τα τρία Ειδικά Τάγματα Οπλιτών (Α' ΕΤΟ, Β' ΕΤΟ, Γ' ΕΤΟ). Το 1948 δημιουργείται το 4ο τάγμα στο οποίο μεταφέρονται οι πολιτικοί εξόριστοι. Σαν «κολυμπήθρα του Σιλωάμ», όπως ονόμαζαν το Μακρονήσι, ο τρόμος και τα βασανιστήρια ήταν η μέθοδος για ιδεολογική αναβάπτιση η οποία θα δηλωνόταν με τη δήλωση μετάνοιας. Έλληνες βασάνιζαν Έλληνες. «Πατριώτες» βασάνιζαν Πατριώτες. Σε σκηνές ενός ατόμου ζούσαν τρεις. Οι δοκιμασίες πολλές και κυρίως αυτή της δίψας. Όταν δεν μπορούσε να φτάσει το καΐκι που μετέφερε νερό, τους έδιναν αλμυρό μπακαλιάρο... Απειλές, ατομικοί και ομαδικοί βασανισμοί, βρίσκονταν στο καθημερινό πρόγραμμα με σκοπό να σκύψουν το κεφάλι, να καμφθεί το ηθικό. Όσοι δεν υπέγραφαν δήλωση μετάνοιας μεταφέρονταν στη χαράδρα του Α΄ ΕΤΟ κι από εκεί πέρναγαν στρατοδικείο. Όσοι υπέγραφαν, για να αποδείξουν την ανάνηψή τους, τους έβαζαν πέτρες στα χέρια και τους διέταζαν να λιθοβολήσουν τους αμετανόητους. Αυτούς που λίγο πριν μοιράζονταν τις ίδιες φοβίες.

O ΕΟΣ Κορίνθου μοίρασε, σε όσους συμμετείχανε στην εκδήλωση, φυλλάδια με το χάρτη τού χώρου στον οποίο βρισκότανε το Α ΕΤΟ και επιγραμματικές πληροφορίες ενώ στην ιστοσελίδα qrco.de ανέβασε αναλυτικότερο έντυπο pdf ελεύθερα προσβάσιμο:




























Πλούσιο πληροφοριακό και φωτογραφικό υλικό: makronissos.org. 

Ακολουθούνε λίγες εικόνες από
-πηγαίνοντας στη Μακρόνησο και το χώρο στην Προβλήτα:













































-το κτίριο με τους Αρτοκλίβανους και το παρακείμενο:






















-το κτίριο Θεάτρου με το Αμφιθέατρο:




















-έναν ανοιχτό θρησκευτικό χώρο (Παναγία):






















-το Μνημείο τού Μακρονησιώτη Αγωνιστή:

























-το Μνημείο «Σκιές»:

























-τη διαδρομή προς τα βόρεια, μέχρι και το εκκλησάκι πάνω σε μικρό λόφο (Αγ. Νικόλαος):
















12 Οκτωβρίου 2026

Birds Without Wings [Sun Ra]

Πουλιά Δίχως φτερά

Πουλιά δίχως φτερά
Πουλιά δίχως φτερά
Σ’ ετοιμότητα, σφιγμένα ---
Αγνοούν 
Πως φτερά δεν υπάρχουν
Εκεί που θα ‘πρεπε να βρίσκονται φτερά;

Πουλιά δίχως φτερά
Σ’ ετοιμότητα, σφιγμένα
Απογειώνονται
Ανεμοπορούν... αιωρούνται...
Αλίμονο!
Πέφτουνε στη γη.

Τραυματίστηκαν;
Μελανιασμένα, σαστισμένα
Θυμωμένα
Πίσω στο σημείο απογείωσης τρέχουν
Ξανά.
Σ’ ετοιμότητα, σφιγμένα
Έτοιμα, Φεύγουν!
Πουλιά δίχως φτερά.


Birds Without Wings

Birds without wings
Birds without wings
Poised, tense ---
Are they unaware
There are no wings
Where wings should be?

Birds without wings
Poised and tense
Take off
Sailing ... sailing ....
Alas!
They drop to earth.

Are they hurt?
Bruised, bewildered
Angry
They rush to the take-off place
Again.
Poised, tense
Ready, Go!
Birds without wings.

Από την ποιητική του συλλογή: The Immeasurable Equation - 

11 Οκτωβρίου 2026

Αισθητική τού Σωφρονισμού – τα Χαϊκού τής Φυλακής τού Tomas Tranströmer [Alexander B. Joy] - II

 …συνέχεια από το 1ο μέρος.

Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι ένα αυτο-εξελισσόμενο σύστημα, όπως τής Σουηδίας, λειτουργεί πάντα υπό ιδανικές συνθήκες, όπου τα καλοπροαίρετα κίνητρα είναι ενωμένα με τους νομοθετικά, διοικητικά και εκτελεστικά αρμόδιους φορείς, παραμένει κάτι προβληματικό στην καρδιά τού ίδιου τού σωφρονιστικού μηχανισμού, τόσο στην ιδανική του μορφή όσο και στο γενικότερό του στόχο. Ο Michel Foucault παρατηρεί στο ρηξικέλευθό του έργο «Πειθαρχία και Τιμωρία: Η Γέννηση τής Φυλακής», το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά στα γαλλικά το 1975, ότι η αντίληψη για τον ρόλο τής φυλακής, ή για τον κοινωνικό ρόλο τον οποίο υπηρετεί, έχει αλλάξει σταδιακά με την πάροδο τού χρόνου. Ο Foucault χαρτογραφεί μια μετατόπιση στις πρακτικές τιμωρίας και πειθάρχησης: απομακρύνεται από την πρόκληση πόνου στο σώμα τού/τής φερόμενου/ης ως παραβάτη/ιδας [σε μια προσπάθεια αποτροπής τού/τής ίδιου/ας ή άλλων επίδοξων παραβατών από την επανάληψη μιας πράξης εναντίον τού κράτους] προς τη στόχευση τού νου τού/τής εγκληματία μέσω τού εγκλεισμού του/της ή άλλων τεχνικών απομόνωσης, με την ελπίδα τής αναμόρφωσής του/της. Πρόκειται για μια μετατόπιση από την τιμωρία προς την πειθάρχηση• μια κίνηση που απομακρύνεται από την ολοκληρωτική εξάλειψη των παραβατών και κατευθύνεται προς τη διαμόρφωσή τους σε αποδεκτά κοινωνικά υποκείμενα. Αν και αυτή η μετατόπιση φαίνεται εκ πρώτης όψεως να αντικατοπτρίζει μια ανθρωπιστική τάση – διότι αναμφίβολα φαίνεται πιο ανθρώπινο να φυλακίζονται οι παραβάτες παρά να μαστιγώνονται, να βασανίζονται ή να εκτελούνται – ο Foucault επισημαίνει ότι η νεότερη προσέγγιση ενέχει μια ανησυχητική ολοκληρωτική χροιά. Εξετάζοντας δύο από τους προδρόμους τής σύγχρονης φυλακής, ο Foucault σχολιάζει τις τάσεις που εκείνοι συμβάλλανε να διαμορφωθεί το σημερινό σωφρονιστικό σύστημα:
Υπάρχουν, λοιπόν, δύο εικόνες τής πειθαρχίας. Στο ένα άκρο βρίσκεται ο πειθαρχικός αποκλεισμός, ήτοι το περιφραγμένο, κλειστό, εσωστρεφές ίδρυμα, το οποίο εγκαθιδρύθηκε στα άκρα – περιθώρια τής κοινωνίας επιτελώντας αρνητικές λειτουργίες: τη συγκράτηση τού κακού, τη διακοπή τής επικοινωνίας και την αναστολή του χρόνου. Στο άλλο άκρο βρίσκεται ο πανοπτισμός*, ήτοι ο πειθαρχικός μηχανισμός ο οποίος πρέπει να λειτουργεί έτσι ώστε να βελτιώσει την άσκηση τής εξουσίας καθιστώντας την ελαφρύτερη, ταχύτερη και αποτελεσματικότερη, ένα σχέδιο διακριτικής καταναγκαστικής επιβολής για μια κοινωνία τού μέλλοντος.
* Το 1785 μ.Χ., ο Jeremy Bentham, πρότεινε έναν τύπο φυλακής στεγασμένο σε ένα κυλινδρικό οικοδόμημα, στην περιφέρεια τού οποίου τοποθετούνται τα κελιά των τροφίμων (των ασθενών, των εργατών, των μαθητών και οποιουδήποτε άλλου επιτηρούμενου ατόμου), ενώ στο κέντρο του βρίσκεται ο πύργος των επιτηρητών, ο οποίος διαθέτει μεγάλα παράθυρα που βλέπουν προς τα κελιά. Τα κελιά, ωστόσο, δεν μοιάζουν με τα παραδοσιακά μπουντρούμια. Διαθέτουν δύο παράθυρα, ένα εσωτερικό κι ένα εξωτερικό. Το εσωτερικό αντιστοιχεί σε ένα από τα παράθυρα τού πύργου ενώ το εξωτερικό αφήνει το φως να διαπεράσει το κελί. Παράλληλα, ο κεντρικός πύργος ελέγχου διαθέτει, πέρα από τα σκίαστρα στα παράθυρα, και διαχωριστικά στο εσωτερικό του τέτοια, ώστε να μην προδίδουνε την παρουσία τού επιτηρητή. Με άλλα λόγια, το κελί διακρίνεται από πλήρη διαφάνεια, ενώ ο πύργος ελέγχου από πλήρη συσκότιση. Ο επιτηρούμενος δεν γνωρίζει πότε επιτηρείται.
Αναλυτικά: el.wikipedia.org.   

Όπως προκύπτει από τη σύνδεση των εγκαταστάσεων για την καραντίνα ασθενειών και των σχεδίων τού Jeremy Bentham για το σωφρονιστικό ίδρυμα τού «Πανοπτικού» (όπου η εποπτεία είναι καθολική), η σύγχρονη φυλακή επιτελεί μια σειρά λειτουργιών οι οποίες μεταστρέφουνε τη νοοτροπία τού παράνομου, επιφέροντας έτσι ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες. Κατ’ αρχάς, η φυλακή σχεδιάστηκε για να σταματήσει τη διάδοση τού «κακού»: για να περιορίσει τις συμπεριφορές εκείνες τις οποίες το κράτος κρίνει ως μη αποδεκτές, απομονώνοντας τον/την παραβάτη/ισσα σα να έπασχε από κάποια ασθένεια, αποκόβοντάς τον/την από την κοινωνία και αποσπώντας τόν/τήν από τη ροή τού χρόνου. Ο χρόνος και η κοινωνία θα συνεχίσουνε να εξελίσσονται, αλλά ο/η φυλακισμένος/η δεν θα συμμετέχει σε αυτήν την πορεία. Παρόμοια, ο/η παραβάτης/ισσα, δεν θα επανέλθει – επανενταχθεί στο χρόνο και την κοινωνία προτού εγκαταλείψει τη μη αποδεκτή τάση η οποία οδήγησε στον εγκλεισμό του/της. Μέχρι ο τρόπος συμπεριφοράς, σκέψης και ύπαρξής του/της αναδιαμορφωθούν ώστε να ευθυγραμμιστούνε με τα κοινωνικά πρότυπα, τα οποία επιβάλλει το κράτος, απαγορεύεται στον/την φυλακισμένο/η να συμμετέχει στην κοινωνία και την εξέλιξή της [Σημ. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, πώς η πρακτική τής στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων λόγω καταδίκης για κακούργημα, στις ΗΠΑ, ακολουθεί πιστά και διευρύνει την εμβέλεια αυτού τού μοτίβου]. Η φυλακή, λοιπόν, συνιστά ένα μηχανισμό μείωσης τής ποικιλομορφίας μεταξύ των υποκειμένων μιας κοινωνίας. Αποσπά, από τον κοινωνικό ιστό, τα άτομα εκείνα τα οποία δεν συμμορφώνονται με έναν τυποποιημένο τρόπο ύπαρξης και δεν τα επιστρέφει προτού τα διαμορφώσει ώστε να ταιριάζουνε στο πρότυπο. Αν ο στόχος τής φυλακής είναι η συμμόρφωση: η μετατροπή των εγκληματιών σε νομοταγείς πολίτες, ο άρρητος σκοπός της είναι να περιορίσει το περιεχόμενο τής ιδιότητας τού πολίτη και να εξαλείψει την πολλαπλότητα των υποκειμένων για χάρη μιας μελλοντικής, ομοιογενούς κοινωνίας. Ο Foucault επισημαίνει επίσης ότι αυτή η τάση περιορισμού τής πολλαπλότητας επαναλαμβάνεται σε πολλούς κρατικούς μηχανισμούς οι οποίοι καθορίζουνε το κανονικό, συμπεριλαμβανομένων των θεσμών υγείας και εκπαίδευσης:
Προκαλεί άραγε εντύπωση το γεγονός ότι η φυλακή των κελιών, με τα τακτικά χρονοδιαγράμματα, την καταναγκαστική εργασία, τις αρχές επιτήρησης και καταγραφής, καθώς και τους ειδικούς στο τι είναι φυσιολογικό, που συνεχίζουνε και πολλαπλασιάζουνε τον ρόλο τής δικαιοσύνης, αποτελεί το σύγχρονο όργανο επιβολής ποινών; Προκαλεί άραγε εντύπωση ότι οι φυλακές μοιάζουνε με εργοστάσια, σχολεία, στρατώνες και νοσοκομεία, τα οποία με τη σειρά τους μοιάζουν όλα με φυλακές;

Οπουδήποτε ο σκοπός ενός θεσμού είναι η επιβολή ομοιομορφίας – από τη θέσπιση ενός βασικού επιπέδου υγείας, όπως σε ένα νοσοκομείο, ή για ένα ελάχιστο όριο εκπαίδευσης, όπως σε ένα σχολείο, μέχρι ένα σταθερό πρότυπο προϊόντος, όπως σε ένα εργοστάσιο – η εικόνα τής φυλακής επαναλαμβάνεται καθώς ο μηχανισμός που κρύβεται πίσω από όλους αυτούς τούς θεσμούς προώθησης τής ομοιομορφίας είναι αναπόφευκτα ο ίδιος.

Δεδομένων των σπουδών τού Tranströmer στην ψυχολογία και την κοινωνική εργασία, είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι ζητήματα ψυχικής υγείας, κανονικότητας και των ενίοτε ασαφών ορισμών τους θα απασχολούσανε κάποια στιγμή τη σκέψη του. Η πρόκληση, ωστόσο, έγκειται στο πού και πώς μπορεί κανείς να συζητήσει τέτοια θέματα. Εάν η ποινική δικαιοσύνη δεν αποτελεί, στη Σουηδία, ζήτημα δημόσιου προβληματισμού τότε σε ποιο πλαίσιο θα μπορούσε κανείς να ασκήσει κριτική στο σύστημα δικαιοσύνης; Παρόμοια, αν κάποιος αποτελεί μέρος αυτού τού ίδιου τού συστήματος, εργαζόμενος ως φορέας τής ψυχικής συμμόρφωσης, πώς θα μπορούσε να ξεκινήσει μια έγκυρη κριτική; Οι συνήθεις δίαυλοι διαλόγου για θέματα ποινικής δικαιοσύνης αποτελούν οι ίδιοι μέρος τού υπό εξέταση συστήματος, άρα, μια κριτική που διατυπώνεται σε αυτό το πλαίσιο θα σήμαινε συμμετοχή στο σύστημα με τους όρους τού ίδιου τού συστήματος, με αποτέλεσμα η ισχύς της να ενδέχεται να αποδυναμωθεί. Τι μπορεί, λοιπόν, να γίνει; Στη σειρά χαϊκού τού Tranströmer, «Φυλακή», διακρίνω την απαρχή μιας απάντησης: την αντιμετώπιση τού σωφρονιστικού συστήματος μέσα από ένα ποιητικό πρίσμα. Ο Tranströmer επιστρατεύει τη διαχρονική, μινιμαλιστική αισθητική τού χαϊκού και την ποιητική πειθαρχία η οποία απαιτείται από τον περιορισμένο αριθμό συλλαβών τής συγκεκριμένης φόρμας, και τα αντιπαραθέτει σε μια διαφορετική μορφή πειθαρχίας. Μέσα από την έντονη αντίθεση μεταξύ μορφής και περιεχομένου, τα χαϊκού τού Tranströmer, της συλλογής «Φυλακή», αμφισβητούνε την αποτελεσματικότητα, και ίσως τη νομιμοποίηση, του σωφρονιστικού συστήματος.

Η προσέγγιση του Tranströmer, ωστόσο, εγείρει ένα επείγον ερώτημα. Γιατί χαϊκού; Πριν από την ενότητα «Φυλακή», ο Tranströmer, δεν είχε ασχοληθεί με το χαϊκού• οι δύο προηγούμενες ποιητικές του συλλογές δεν περιλαμβάνουνε κανένα. Επιπλέον, μετά τη «Φυλακή», ο Tranströmer, δεν επανήλθε στο χαϊκού παρά μόνο με τη συλλογή «The Sad Gondola», το 1996, περίπου 37 χρόνια μετά. Συνεπώς, το χαϊκού δεν φαίνεται να είναι η μορφή με την οποία ο Tranströmer αισθάνεται πιο άνετα. Τουλάχιστον, το ιστορικό των εκδόσεών του υποδηλώνει ότι δεν διαθέτει την ίδια εξοικείωση με αυτό όσο με άλλες ποιητικές μορφές. Γιατί να μην γράψει αντ’ αυτών μεγαλύτερα ποιήματα για το σωφρονιστικό σύστημα, όπως αυτά που έγραφε καθ' όλη τη διάρκεια τής ποιητικής του σταδιοδρομίας; Κατ’ αρχάς, το χαϊκού έχει πλούσια ιστορία και κάθε ποιητής που επιστρατεύει τη συγκεκριμένη μορφή επικαλείται ταυτόχρονα και την ιστορία του. Υποθέτω, λοιπόν, ότι η επιλογή τού Tranströmer σχετίζεται με τις καταβολές τής αισθητικής τού χαϊκού και τους δεσμούς της με τη σκέψη Ζεν. Επιπλέον, η επιλογή τού παρατηρησιακού ύφους που συνοδεύει το χαϊκού ενσαρκώνει μια άβολη αναγνώριση τής εμπλοκής τού Tranströmer στον μηχανισμό τής φυλακής.

Ο Faubion Bowers σημειώνει στην εισαγωγή του στο έργο «The Classic Tradition of Haiku», 1996, ότι το χαϊκού εξελίχθηκε από το haikai-no-renga, μια μορφή αλυσιδωτής ποίησης που συνέδεε το haikai, μια (ποιητική) στροφή αποτελούμενη από στίχους των 5-7-5 συλλαβών, με το renga, μια στροφή αποτελούμενη από στίχους των 7-7 συλλαβών. Η μορφή αυτή γνώρισε μεγάλη διάδοση μεταξύ των απλών ανθρώπων στην Ιαπωνία του 16ου μ.Χ. αι. Ωστόσο, το χαϊκού όπως το γνωρίζουμε σήμερα προέρχεται από τον Matsuo Bashō, ο οποίος απομόνωσε το haikai από το haikai-no-renga και το μετέτρεψε σε αυτοτελές ποίημα με την ονομασία hokku, ήτοι την ίδια λέξη η οποία χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει την πρώτη στροφή ενός ποιήματος haikai-no-renga. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Matsuo Bashō, εκτός από ποιητής, ήτανε και ιερέας τού Ζεν Βουδισμού. Στα χέρια του, το χαϊκού μετατράπηκε σε έκφραση τής συνείδησης Ζεν, εστιάζοντας σε στιγμές βαθύτατου νοήματος όπου το άπειρο και το εφήμερο συμπίπτουν, γεννώντας μια αστραπιαία λάμψη σοφίας ή ακόμα και την απόλυτη φώτιση. Πολλά από τα πιο αξιόλογα χαϊκού του Matsuo Bashō αναγνωρίζονται και τιμώνται ακριβώς λόγω των στοιχείων Ζεν που εμπεριέχουν: το θρυλικό του χαϊκού για τον βάτραχο και τη λιμνούλα, όπου ο ήχος τού νερού ακολουθεί το άλμα ενός βατράχου στη λιμνούλα, θεωρείται ότι συμβολίζει την αφύπνιση προς μια ανώτερη συνείδηση. Έτσι, το χαϊκού που κληρονομήσαμε φέρει το αποτύπωμα τής φιλοσοφίας Ζεν, προβάλλοντας ως αισθητική έκφραση των ιδανικών και των πρακτικών τού Ζεν. Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένοι από τους κορυφαίους ποιητές χαϊκού, όπως ο Issa και η Chiyo-ni, υπήρξανε ταυτόχρονα ιερείς και ιέρειες. Η συγγραφή χαϊκού αποτελεί, συνεπώς, μια άσκηση στη φιλοσοφία Ζεν και προσομοιάζει με την τελετουργία τού διαλογισμού. Όπως και ο διαλογισμός, η συγγραφή χαϊκού προϋποθέτει την αποβολή των περιττών σκέψεων και λεπτομερειών, την υποχώρηση τής ατομικής συνείδησης, την αναζήτηση τού αιώνιου χωρίς την ενεργητική του επιδίωξη και την ελευθερία η οποία βρίσκεται μέσ’ από μια εθελούσια αυτοπειθαρχία. Ο διαλογισμός και το χαϊκού αποτελούνε μορφές πνευματικής πειθαρχίας, με στόχο την εξέλιξη τού ατόμου σε έναν καλύτερο ή σοφότερο άνθρωπο. Λόγω τής ιστορίας αλλά και της συντομίας του, το χαϊκού παραπέμπει σε μια αισθητική τής πειθαρχίας, γεγονός που το καθιστά την ιδανική μορφή για την εξέταση, από τον Tranströmer, της συστηματοποιημένης πειθαρχίας τού σωφρονιστικού ιδρύματος. Η ίδια η μορφή τού χαϊκού υποδηλώνει πώς θα έπρεπε να είναι μια υγιής τελετουργία πειθαρχίας, ενώ το θέμα που πραγματεύεται ο Tranströmer περιγράφει ένα πολύ λιγότερο ευεργετικό είδος πειθαρχίας, τα μειονεκτήματα του οποίου αναδεικνύονται μέσ’ από τη συγκεκριμένη ποιητική φόρμα.

Ταυτόχρονα, η χρήση τού χαϊκού από τον Tranströmer εμπεριέχει ορισμένες ανησυχητικές ιδεολογικές παραδοχές, για τις οποίες ο ίδιος ο ποιητής φαίνεται πως έχει επίγνωση. Παρακολουθώντας τούς έγκλειστους και προσπαθώντας να αποκαλύψει πτυχές τού εσωτερικού τους κόσμου, μέσ’ από την παρουσίαση παρατηρήσιμων εξωτερικών λεπτομερειών, ο Tranströmer, υιοθετεί μια προσέγγιση που έχει τις ρίζες της, και οφείλει την αποτελεσματικότητά της, στο ίδιο εκείνο το σύστημα εναντίον τού οποίου στρέφεται. Συνδέοντας τη διάδοση δομών που προσομοιάζουνε με φυλακή με όλους τους άλλους τομείς τής κοινωνίας που επιβάλλουνε κανόνες κανονικότητας, ο Foucault επισημαίνει ότι η κοινωνία που προκύπτει διαθέτει μια «υφή φυλακής», όπου ο έλεγχος των πολιτών είναι τόσο διάχυτος ώστε να φαντάζει φυσιολογικός. Επιπλέον, η πανταχού παρούσα φύση αυτού τού ελέγχου «εξασφαλίζει αφενός την πραγματική αιχμαλώτιση τού σώματος αφετέρου τη διαρκή παρακολούθησή του». Με άλλα λόγια, σε καμία στιγμή ο πολίτης μιας φυλακιστικής κοινωνίας δεν βρίσκεται εκτός ενός κελιού, είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά• αν ο πολίτης δεν είναι στη φυλακή, εξακολουθεί να υπόκειται σε κάθε είδους παρακολούθηση ανάλογης φύσης, είτε πρόκειται για ιατρική καταγραφή είτε για παρακολούθηση τής εκπαιδευτικής επίδοσης είτε για έλεγχο τής επαγγελματικής απόδοσης είτε οτιδήποτε παρεμφερές. Παρά την αδιακρίτως παρεμβατική του φύση, ο Foucault, σημειώνει ότι το σύστημα αυτό έχει γεννήσει έναν από τους πυλώνες τής σύγχρονης σκέψης: την ιδέα τού κατανοήσιμου ανθρώπου. Είτε για καλό είτε για κακό, γράφει ο Foucault, η ιδέα ότι μπορούμε να κατανοήσουμε τούς άλλους ανθρώπους παρατηρώντας τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά πηγάζει από το σωφρονιστικό σύστημα: «Ο άνθρωπος ως αντικείμενο γνώσης (ψυχή, ατομικότητα, συνείδηση, συμπεριφορά, ή όπως αλλιώς κι αν ονομάζεται) αποτελεί το αποτέλεσμα – αντικείμενο αυτής τής αναλυτικής επένδυσης, αυτής τής κυριαρχικής παρατήρησης». Ως εκ τούτου, ο Tranströmer, έρχεται αντιμέτωπος με μια ακόμη δυσκολία. Όχι μόνο εμπλέκεται στο σωφρονιστικό σύστημα λόγω τής ιδιότητάς του ως ψυχολόγου – ως φορέα επιβολής των κανόνων ψυχικής υγείας – αλλά και οι θεμελιώδεις παραδοχές που επιτρέπουνε στα χαϊκού του να λειτουργήσουν, εμπλέκονται με τη σειρά τους σε αυτό. Αν ο Tranströmer πρόκειται να αποκαλύψει στους αναγνώστες του τον εσωτερικό κόσμο των έγκλειστων αγοριών μέσω τής φόρμας τού χαϊκού, οφείλει να καταφύγει στην απεικόνισή τους από έξω και να δείξει πώς οι χειρονομίες και οι πράξεις τους φανερώνουν όσα συμβαίνουνε στο εσωτερικό τους. Ωστόσο, τα πράγματα περιπλέκονται αν πρόκειται να χρησιμοποιήσει αυτήν την προσέγγιση για να ασκήσει κριτική στο σωφρονιστικό μηχανισμό. Η προσέγγισή του λειτουργεί εξαρχής μόνον επειδή το φυλακιστικό σύστημα δημιούργησε την υποδομή που την τροφοδοτεί – πώς μπορεί, λοιπόν, να επιτεθεί στο σύστημα όταν ο ίδιος και τα όπλα του αποτελούνε μέρος αυτού; Αυτός ο προβληματισμός διατρέχει τα ποιήματα τής ενότητας «Φυλακή» και υποψιάζομαι ότι καθορίζει την επιλογή τής φόρμας τού χαϊκού από τον Tranströmer. Η σύνδεση τού χαϊκού με τον διαλογισμό και την απαλλαγή από την αυτοσυνειδησία που το συνοδεύει ίσως προσφέρει παράκαμψη από τον ψυχολογικό μηχανισμό τον οποίο χρησιμοποιεί ο Tranströmer και ο οποίος είναι εμποτισμένος με τη φυλακίστικη λογική. Η έννοια του «karumi» τού Bashō, που μεταφράζεται κατά προσέγγιση ως «ελαφρότητα», προσφέρει μια λύση στο πρόβλημα τού Tranströmer. Η Βρετανική Εταιρεία Χαϊκού (British Haiku Society), στο κείμενο «English Haiku: A Composite View» (2002), προτείνει έναν λειτουργικό ορισμό τής «ελαφρότητας» ο οποίος εξηγεί γιατί τα χαϊκού είναι τόσο ελκυστικά για το εγχείρημα τού Tranströmer: «[Η ελαφρότητα] δεν σημαίνει ότι το χαϊκού φιλοδοξεί να είναι «ελαφρύ ποίημα», αστόχαστο• σημαίνει, μάλλον, ότι ο ποιητής χαϊκού πρέπει να είναι σε θέση να παρουσιάζει όλες τις πτυχές τής ζωής, τόσο τις χαρούμενες όσο και τις τραγικές (ακόμη και τον ίδιο του τον θάνατο!), με τρόπο νηφάλιο, ενδιαφέροντα και απαθή». Με γνώμονα αυτήν την αρχή, ένα επιτυχημένο χαϊκού είναι εκείνο που εξετάζει τα πράγματα χωρίς να επιστρατεύει πρόσθετους φιλοσοφικούς ή μεθοδολογικούς μηχανισμούς, όπως, για παράδειγμα, τους τρόπους με τους οποίους ο ψυχολόγος προσεγγίζει την ανθρώπινη συμπεριφορά. Η συγγραφή χαϊκού, λοιπόν, σηματοδοτεί μιαν απομάκρυνση από τους προβληματικούς συσχετισμούς τής ψυχολογίας. Η χρήση τού χαϊκού, επίσης, ίσως υποδηλώνει σκεπτικισμό ή και εχθρότητα απέναντι σε μια ποίηση που καθορίζεται από την ψυχολογία. Σε κάθε περίπτωση, η φόρμα τού χαϊκού, ανάμεσα στην αισθητική της και την ιδεολογία της, φαίνεται να αποτελεί τον ισχυρότερο ποιητικό σύμμαχο τού Tranströmer στην αναμέτρησή του με το σωφρονιστικό σύστημα και τα χαϊκού τής ενότητας «Φυλακή» στρέφουν όλα ένα κριτικό βλέμμα στο ομώνυμο ίδρυμα.

10 Οκτωβρίου 2026

Αισθητική τού Σωφρονισμού – τα Χαϊκού τής Φυλακής τού Tomas Tranströmer [Alexander B. Joy] - I

Το παρόν είναι το 1ο μέρος (από τα τέσσερα, όπως εκτιμώ τρία, συνολικά, τα οποία θα αναρτώνται σταδιακά) από την απόδοση, στα ελληνικά, του εξαιρετικού δοκιμίου τού Alexander B. Joy, με τίτλο: «Aesthetics of Discipline» και υπότιτλο «Tranströmer’s Prison Haiku», το οποίο έχει δημοσιευτεί στην ιστοσελίδα τού «The Haiku Foundation»: 
Δημοσιεύεται κατόπιν άδειας τού συγγραφέα, τον οποίο ευχαριστώ ιδιαίτερα για την τιμή και την άδεια όπως και το «The Haiku Foundation» για τη θετική αποδοχή τού αιτήματος και τη μεσολάβηση. 

Αισθητική τού Σωφρονισμού – τα Χαϊκού τής Φυλακής

ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Οι πρώτες απόπειρες τού Tomas Tranströmer στη φόρμα τού χαϊκού εμφανίζονται το 1959, στη σειρά εννέα ποιημάτων χαϊκού με τίτλο «Fangelse» (Φυλακή). Σε αυτά τα μικρά ποιήματα, ο Tranströmer παρατηρεί τούς τροφίμους τού Κέντρου Κράτησης Νέων Hällby, καταγράφοντας την καθημερινότητα τους στο σωφρονιστικό ίδρυμα. Ταυτόχρονα, χρησιμοποιεί αυτές τις στιγμιαίες ματιές στις καθημερινές όψεις τού εγκλεισμού τους για να ασκήσει δριμεία κριτική στο σουηδικό σωφρονιστικό σύστημα. Αξιοποιώντας τη φόρμα τού χαϊκού, και την ευεργετική πειθαρχία που αυτή συνεπάγεται, ο Tranströmer, αντιπαραβάλει την έντονη αντίθεση τής καταστροφικής πειθαρχίας των μηχανισμών σωφρονισμού, αμφισβητώντας τον ρόλο τού σωφρονιστικού συστήματος στη σύγχρονη κοινωνία. Αντιπαραθέτοντας την προσέγγιση τού Tranströmer με την ανάλυση τού Foucault, για τη σύγχρονη φυλακή, το παρόν δοκίμιο αναλύει τα ποιήματα τής εν λόγω ποιητικής συλλογής, διαυγάζοντας την κριτική η οποία εμπεριέχεται σε καθένα από αυτά και αναδεικνύοντας την αισθητική τού χαϊκού, η οποία καθιστά δυνατή την άσκηση αυτής τής κριτικής.

---

Ασφαλώς αποτελεί θετικό οιωνό για το ακαδημαϊκό και ποιητικό κύρος τού χαϊκού το γεγονός ότι ο Σουηδός ποιητής Tomas Tranströmer, κάτοχος τού βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας τού 2011, ο οποίος είναι ο πιο πρόσφατος ποιητής που τιμήθηκε με αυτήν την κορυφαία λογοτεχνική διάκριση, έχει καταπιαστεί κατ’ επανάληψη με τη φόρμα τού χαϊκού. Ο Tranströmer εξερευνά αυτή τη σύντομη ποιητική μορφή στις συλλογές του «Sorgegondolen» (Η Θλιμμένη Γόνδολα, 1996) και «Den Stora Gåtan» (Το Μεγάλο Αίνιγμα, 2004), ενσωματώνοντας σειρές από αυτά τα μικρά ποιήματα ανάμεσα στα εκτενέστερα έργα του, για τα οποία είναι αδιαμφισβήτητα περισσότερο γνωστός. Επιπλέον, ο Tranströmer, έχει δημιουργήσει μια συλλογή, η οποία περιλαμβάνει αποκλειστικά χαϊκού: τη σειρά εννέα ποιημάτων με τίτλο «Fängelse» (Φυλακή), η οποία, αν και εκδόθηκε το 2011, γράφτηκε το 1959 κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης σε έναν φίλο και συνάδελφο ψυχολόγο ο οποίος εργαζότανε στο Κέντρο Κράτησης Νέων Hällby [Σημ. Ο ίδιος ο Tranströmer εργάστηκε επίσης με νέους που αντιμετωπίζανε προβλήματα, αναλαμβάνοντας θέση ψυχολόγου στο κέντρο κράτησης νέων Roxtuna το 1960]. Τα χαϊκού αυτής τής τελευταίας σειράς αποτελούνε το αντικείμενο τής παρούσας μελέτης. Υποστηρίζω ότι τα χαϊκού τής συλλογής «Φυλακή» του Tranströmer εμπεριέχουν ισχυρή κριτική τού σωφρονιστικού συστήματος και ότι η αποτελεσματικότητα αυτής τής κριτικής συνδέεται με τις αισθητικές και φιλοσοφικές ρίζες τής φόρμας τού χαϊκού. Η αισθητική τού χαϊκού διέπεται από την αρχή τής πειθαρχίας και όταν χρησιμοποιείται για να εξετάσει μια άλλη μορφή πειθαρχίας αποκαλύπτει – εκθέτει τα ελαττώματα τού αντικειμένου τής κριτικής της.

Όπως αρμόζει σε έναν ποιητή το συγκεντρωτικό έργο τού οποίου φέρει τον τίτλο «Το Μεγάλο Αίνιγμα», η κριτική προσέγγιση των χαϊκού τού Tranströmer χαρακτηρίζεται είτε από σάστισμα είτε από παραγνώριση. Η Joanna Bankier, στο λήμμα για τον Tranströmer, «Dictionary of Literary Biography» (2002) αναφέρει τα χαϊκού του μόλις μία φορά και αυτό μονάχα για να επισημάνει την αυξανόμενη τάση του να γράφει μικρότερα, ως προς τον αριθμό λέξεων, ποιήματα μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη το 1990. Ο Anatoly Kudryavitsky, στο έργο του «Tranströmer and his haikudikter» (2007), θεωρεί τα έργα τού Tranströmer ως «ένα πείραμα πάνω στο χαϊκού». Αν και ο Kudryavitsky, στο δοκίμιό του, έχει μια κατά βάση ευνοϊκή προσέγγιση στα σύντομα ποιήματα τού Tranströmer, με αυτή τη φράση τα υποβιβάζει σε κάτι που δεν είναι ακριβώς χαϊκού. Ο Robin Fulton, ο οποίος μετέφρασε το έργο τού Tranströmer στα αγγλικά, προσεγγίζει τα χαϊκού του με παρόμοια επιφύλαξη. Στην εισαγωγή τής συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων τού Tranströmer, ο Fulton γράφει: «Δεν έχω ιδέα, αν ένας Ιάπωνας δάσκαλος τού χαϊκού θα ένιωθε ότι μοιράζεται το ίδιο πνεύμα με αυτό που διέπει αυτά τα σουηδικά δείγματα τής εν λόγω φόρμας. Προτιμώ να τα θεωρώ απλώς ως μια σειρά ποιημάτων με συγκεκριμένο αριθμό συλλαβών (των οποίων τον αριθμό συλλαβών έχω διατηρήσει στη μετάφραση), τα οποία διαθέτουνε μια ικανότητα να εκπλήσσουνε και να προβληματίζουν, υπερβαίνοντας κατά πολύ ό,τι θα περίμενε κανείς από τις μικροσκοπικές τους διαστάσεις». Και εδώ, επίσης, διαφαίνεται μια κριτική στάση απέναντι στα τρίστιχα ποιήματα τού Tranströmer, η οποία δυσανασχετεί στην ιδέα να χαρακτηριστούν ως χαϊκού. Πώς λοιπόν, πρέπει να τα διαβάζουμε; Πρόκειται όντως για χαϊκού με την παραδοσιακή αισθητική έννοια τού Ζεν ή μήπως για κάτι διαφορετικό;

Προτείνω, τα χαϊκού του Tranströmer, να διαβαστούν ως έχουν: στις ρίζες, ως ένα σημείο, αυτού τού ποιητικού είδους: στη φιλοσοφία Ζεν. Ο ποιητής χρωματίζει τα χαϊκού του με έντονες ψυχολογικές διαστάσεις, οι οποίες αρχικά ίσως φαντάζουν αντίθετες προς τη συνείδηση Ζεν, την οποία υποτίθεται ότι υπηρετεί το χαϊκού. Υποστηρίζω, ωστόσο, ότι η ψυχολογική προσέγγιση τού Tranströmer στο χαϊκού λειτουργεί ακριβώς λόγω τής επίγνωσης και της αξιοποίησης των παραδοσιακών τεχνικών τού είδους, κεφαλαιοποιώντας τούς αυστηρούς μετρικούς περιορισμούς, τους οποίους αυτό επιβάλλει. Η μέθοδος του Tranströmer γίνεται ίσως πιο εμφανής στη συλλογή του με χαϊκού: «Φυλακή», όπου αντιπαραθέτει δημιουργικά δύο είδη πειθαρχίας: την αυστηρή καθημερινότητα στο διαλογισμό Ζεν και τους περιοριστικούς κανόνες τού σύγχρονου σωφρονιστικού συστήματος. Ο Tranströmer χρησιμοποιεί τη φόρμα τού χαϊκού ειρωνικά, επιστρατεύει την αισθητική τής πειθαρχίας Ζεν για να δομήσει το προφίλ των μηχανισμών τής φυλακής αναδεικνύοντας  πώς το σωφρονιστικό σύστημα φαίνεται να στρεβλώνει τη στοχαστική στάση, την οποία προάγει η αισθητική τού Ζεν. Συνεπώς, η ενότητα των χαϊκού τού Tranströmer, «Φυλακή», υιοθετεί μια κριτική στάση, επιπλήττοντας ένα σωφρονιστικό σύστημα – μηχανισμό, το οποίο μοιάζει περισσότερο επιζήμιο παρά ευεργετικό.

Προτού εμβαθύνουμε στην κριτική τού Tranströmer για το σωφρονιστικό σύστημα, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι το σουηδικό σωφρονιστικό σύστημα διαφέρει σημαντικά από εκείνο των Ηνωμένων Πολιτειών ή του Ηνωμένου Βασιλείου – καθώς και από την εικόνα τής φυλακής, όπως παρουσιάζεται σε τηλεοπτικές σειρές όπως το «Oz» ή το «Orange Is the New Black». Ενώ στις φυλακές των ΗΠΑ παρατηρείται υπερπληθυσμός και φαίνεται να κατασκευάζονται συνεχώς νέες εγκαταστάσεις, στη Σουηδία ο αριθμός των φυλακών στην πραγματικότητα μειώνεται. Σε άρθρο του στην εφημερίδα «The Guardian», το 2013, ο Richard Orange αναφέρει ότι ο συνολικός πληθυσμός των φυλακισμένων, στη Σουηδία, μειώθηκε κατά 6% μεταξύ 2011 και 2012, με παρόμοια μείωση να αναμένεται και τα επόμενα χρόνια• ως εκ τούτου, η Σουηδία σχεδιάζει να κλείσει – ή έχει ήδη κλείσει – τέσσερις από τις φυλακές της. Αυτή η δραστική μείωση τού αριθμού των εγκλείστων στη Σουηδία πιθανότατα συνδέεται με την κουλτούρα που περιβάλλει το σωφρονιστικό σύστημα. Για να το πούμε ωμά, οι Σουηδοί έχουνε διαφορετική – και πολύ πιο ήπια – στάση απέναντι στις φυλακές και τους κρατούμενους συγκριτικά με τους Αμερικανούς ή τους Βρετανούς. Ο Doran Larson συνοψίζει εύστοχα τη σουηδική πολιτική σχετικά με το έγκλημα και την τιμωρία σε ένα άρθρο τού 2013, για το περιοδικό «The Atlantic»:
Σε ολόκληρη τη Σκανδιναβία, η πολιτική για την ποινική δικαιοσύνη σπάνια αποτελεί αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι αποφάσεις σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές επαφίενται σε επαγγελματίες τού κλάδου, οι οποίοι συνήθως είναι αναγνωρισμένοι εγκληματολόγοι που συνεργάζονται στενά με ακαδημαϊκούς. Στηρίζοντας το φράγμα ανάμεσα στο λαϊκισμό και την πολιτική σωφρονισμού και τα απτά αποτελέσματα, τα μέσα ενημέρωσης δεν μεγαλοποιούνε τα εγκλήματα – αν επιλέξουνε καν να τα προβάλουν. Και όλα αυτά συμβαίνουνε σε χώρες με μακρά παράδοση πολιτικής συναίνεσης, σχετικά μικρούς και ομοιογενείς πληθυσμούς και τα κορυφαία δίκτυα κοινωνικών υπηρεσιών παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένης τής δημόσιας εκπαίδευσης.

Ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες η ποινική δικαιοσύνη εξαρτάται από τα καπρίτσια των πολιτικών και των ψηφοφόρων τους, στη Σουηδία και τις υπόλοιπες σκανδιναβικές χώρες τα ζητήματα κράτησης και συμμόρφωσης αφήνονται σε πιο εξειδικευμένα άτομα. Πράγματι, η σουηδική κουλτούρα δεν προσφέρει στους πολιτικούς την ευκαιρία να εκμεταλλευτούνε πολιτικά τα θέματα εγκληματικότητας και τιμωρίας, καθόσον αυτά καταλαμβάνουνε πολύ μικρότερο μέρος τής δημόσιας συνείδησης – τα ΜΜΕ αποφεύγουνε τον εντυπωσιασμό και εμποδίζουνε τούς εγκληματίες να μετατραπούνε σε διασημότητες ή μπαμπούλες όπως συνηθίζεται στις ΗΠΑ, μειώνοντας έτσι το πολιτικό όφελος το οποίο θα προέκυπτε από την υποστήριξη υιοθέτησης αυστηρότερων ποινών. Βοηθάει επίσης το γεγονός ότι η Σουηδία δεν έχει βιώσει την ιστορία φυλετικών εντάσεων, καθιερωμένης – θεσμοθετημένης ανισότητας και ακραίου πολιτικού διχασμού, τα οποία συναντάμε στις ΗΠΑ. Είναι σαφώς ευκολότερο να οικοδομηθεί ένα λειτουργικό σύστημα δικαιοσύνης όταν οι καθημερινές συστημικές αδικίες έχουνε σε μεγάλο βαθμό επιλυθεί από τον κοινωνικό ιστό τής χώρας.

Παρά τις προόδους του, ωστόσο, το σουηδικό σωφρονιστικό σύστημα εξακολουθεί να έχει τη σκοτεινή του πλευρά. Κατ’ αρχάς, όπως παρατηρεί ο Larson, τα ζητήματα τής ποινικής δικαιοσύνης δεν αποτελούνε μέρος τού δημόσιου διαλόγου. Αν και το αποτέλεσμα είναι ένα λιγότερο ευμετάβλητο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, αυτό γίνεται σε βάρος τής δημόσιας συζήτησης για το σύστημα. Συζητήσεις για τις φυλακές δεν γίνονται παρά μόνο από όσους διαθέτουνε τα κατάλληλα προσόντα, τα οποία συχνά καθορίζονται από την κατοχή πτυχίου το οποίο χορηγείται από ίδρυμα εγκεκριμένο από το κράτος – αδιαφορώντας για το γεγονός ότι το ίδιο αυτό κράτος ελέγχει και τις φυλακές! Το αν αυτή η σχέση συνιστά πραγματική σύγκρουση συμφερόντων υπερβαίνει κατά πολύ το πλαίσιο τού δοκιμίου μου.