Ο Ματσούκας ή ο αυτοδίδαχτος γιατρός
Σ’ ένα μέρος, σ’ έναν τόπο
Με πολύ θαυμάσιον τρόπο,
Με ξαπόρεσι* κοινή
Και σε διάστημα ημέρας,
Εγεννήθηκε ένα τέρας.
Σπάνιο άλλο να φανεί!
Δίχως να 'χει υποψία
Αν ευρίσκονταν βιβλία,
Επιστήμες και σπουδή,
Ό Ματσούκας ωχ τα γίδια,
Εξημέρωσε στα ίδια
Του Ασκληπιού παιδί!
Όσοι ακούν αυτό, θιαμάζουν
Και έχουν δίκιο να φωνάζουν
Πως διηγούμαι υπερβολή.
Λέω μονάτη* την αλήθεια,
Δεν προβάνω* παραμύθια,
Μαρτυράν σ’ αυτό πολλοί.
Oχ* τη φύση διδαγμένος
Και γιατρός ξετελειωμένος
Στης μητρός του την κοιλιά,
Κι ό Ματσούκας αποράει!
Το χωριό του τον τηράει
Για σοφίας τη φωλιά.
Κι όχι τέχνες φαρμακίας
Και μυστήρια της χημείας,
Σε πολλούς κοινά κι απλά.
Μόνε ξέρει το ρεπάνι*,
Μες στο σώμα, ως πόσα κάνει
Κακοσύνες και καλά.
Σκόρδο, πράσο και κρομμύδι
θεραπευτικά τα δίδει,
Όπου η χρεία το καλεί.
Και με μέθοδο δική του
Πασαέναν* ασθενή του
Προχειρότατα ωφελεί.
Μήτε θέλει να ηξεύρει
Ν' αγωνίζεται να εύρει
Αρετές στα ξενικά•
Του χωρίου οι κήποι όλοι
Πατρικό του περιβόλι,
Πού φυτρώνουν γιατρικά.
Τα σταφύλια, τ’ αγγουράκια,
Σύκα, μήλα, πεπονάκια.
Που δροσίζουν το λαιμό.
Δίχως άνοστες πικράδες,
Γιατρικίσιες φαρμακάδες,
Περετούν* στο διορισμό*
Όλα αυτά με πλούσιο χέρι
Τα μοιράζει καλοκαίρι,
Σαν πολύ δροσιστικά.
Τα χειμώνα έχει πάλι
Στο σοφό του το κεφάλι
Όλα τα πυρωτικά*.
Όθεν όλους τους γιατρεύει,
Πάσα νόσο θεραπεύει
Με μια χάρη χωριστή.
Κι όποιον τούτος θα σηκώσει,
Πλιο* ο Χάρος να σκοτώσει
Νους να μην το φανταστεί!
Μόν' η άκρα του σοφία
Κάθαρση, φλεβοτομία
Έχει για άρματα κοινά,
Και μ’ αυτά πρωταρχινάει,
Κάθε πάθος κυνηγάει
Σταθερός παντοτινά.
Του Ματσούκα μας την πράξη
Ποιος ειν’ άξιος να ξετάξει*,
Ή την άλλη προκοπή!
Ως σε ποιό βαθμό και στάση
Της σοφίας έχει φτάσει,
Σφάλλει όποιος να το ειπεί.
Τα ρωτήματα δε θέλει•
Για σφυγμό μηδέ τον μέλει.
Τέτοια ο φίλος τα γελά!
Σ’ άλλο ύψος μέγα πάνει.
Τη διάγνωσή του κάνει
Με αλλιώτικα μυαλά.
Με τη μυρουδιά και μόνον,
Στου αρρώστου του τον πόνον.
Της κοιλιάς το περιττό,
Ή το ούρος* με τη γέψη
Λίγο τι να σημαδέψει,
Του είναι πάρα αρκετό.
Με παρόμοιας γνώσης φώτα,
Υστερνά* γι αυτόν και πρώτα,
Άκοπα θαυματουργεί.
Τόσα κατορθώματά του,
Οχ τα πλιο καθημερνά του,
Δε χωράει ακέρια γη!
Τα παχιά κορμιά αχαμναίνει*,
Τ’ αχαμνά σού τα παχαίνει.
Δίνει μάτια των στραβών,
Τους ψηλούς ευθύς χαμλώνει,
Τούς κοντούς, κι αυτούς, ψηλώνει,
Βάνει γλώσσα των βουβών !
Στα μικρά τα πάθια όμως,
Το νοητό του είναι τρόμος,
Κάθε νους τον απορεί!
Ένα σύμπτωμα ν’ ακούσει,
Μη φοβάσαι να προσκρούσει﮲
Μες στη ρίζα πάει, βαρεί.
Πες του, βήχω. – Πήρες κρύο,
Ένα κ’ ένα κάνουν δύο,
Αίμα, αίμα παρευτύς
Και την κάθαρσιν αντάμα,
Να ιδείς της τέχνης θιάμα,
Θιάμα τέχνης σαν κι αυτής!
– Ανεμοβροντώ αποκάτω.
– Είναι κρύο και μονάτο*,
Αίμα και καθαρτικό.
Τις χολές να ελαττώσουν,
Τ' άντερά σου ν' αλαφρώσουν
Απ’ αυτό τ’ ανεμικό.
Νοιώθω κάψη στο κορμί μου.
– Πήρες κρύο, στη ζωή μου,
Και το πήρες την αυγή.
Κάμε αρχή, φλεβοτομήσου,
Και κατόπι καθαρίσου•
Σου περνάει, δεν αργεί.
Αμ τα τεχνικά του χέρια.
Για βεντούζες, για μαχαίρια.
Πού ειμ’ άξιος να ειπώ!
Τα αφήνω, τι απεικάζω*,
Σε κεφάλι δεν τα βάζω﮲
Όμως δυο δεν τα σιωπώ.
Το πιστό του το νυστέρι.
Που χιμάει σαν το ξεφτέρι
Και βουτάει ως το λαιμό,
Και το μέγα του αγκλυστήρι*
Όπου δεν κρατάει χατίρι
Κι αναβράει* κατακλυσμό,
Είναι αμίμητα εργαλεία.
Και σαν τούτα η χειρουργεία
Σε κανένα της καιρό,
Σ’ όσους έλαβε οπαδούς της,
Και μεγάλους και μικρούς της
Να τα είδε δε θαρρώ.
Μόνε τέτοιο προκομμένο,
Όχ τή φύση προικισμένο,
Νά τόν λέγουν μερικοί
Πώς εΐναι άδειος, κούφιος όλος.
Καί ψευτιάς μονάτης δόλος . . . ’
Πόσο οί άνθρωπ’ εϊν' κακοί !
Λεν αυτοί, ένας να προφτάσει
Στους πενήντα να μη σκάσει.
Άπ’ εκείνους που τηράει,
Είναι απόρεμα* μεγάλο !
Μόν' αυτό, εγώ αν δε σφάλλω,
Μες στο νου μου δε χωράει.
Ο Ματσούκας τάχα φταίγει.
Του αρρώστου του άντα λέγει
Να ρουφήσει αυγό ψητό
Και ό άρρωστος πεθαίνει.
Αφορμής παραχορταίνει
Απ’ αυγό σφιχτά βραστό;
Αν τον αστενή διορίσει*
Το καθάρσιο να στραγγίσει,
Μη μπορώντας, ο εμπαθής,
Να το καταπιεί, τ’ αφήνει
Και λαβαίνει κακοσύνη,
Ποιος του είπε μη το πιεις;
Αν ο τρίτος του πηγαίνει,
Επειδή και δεν προσμένει
Να τού κάμει ο γιατρός
Όσα η τέχνη υπαγορεύει,
Ο Ματσούκας μας λαθεύει,
Ή του φταίγει ο καιρός ;
Μόν' αυτά των σύντεχνών του
Λόγια ενάντια στον σκοπόν του
Δεν τα βάνει παντελώς﮲
Και είναι άνθρωπος με γνώση,
Να δανείσει και καμπόση,
Και όχι, ως λεν αυτοί, ζουρλός!..
Σας παρακινάω, φίλοι,
Με αληθοσύνης χείλη,
Κατηγόρια ν' αφεθεί﮲
Κι όπου τύχη να τον βρείτε.
Πρόθυμα όλοι να τον φτύτε*,
Για να μην αβασκαθεί!
Γλωσσάρι
Αγκλυστήρι: κλύσμα
Αναβράω: αναβράζω
Απεικάζω: καταλαβαίνω
Απόρεμα: απορία
Αχαμναίνω: αδυνατίζω
Διορίζω: βάζω σκοπό
Διορισμός: ο σκοπός
Μονάτη/ο: μονάχη, μόνη / μονάχο, μόνο
Ξαπόρεσι: έκπληξη, απορία, ξάφνιασμα ή θαυμασμός
Ξετάξει: εξετάσει
Ούρος, το: τα ούρα
Οχ: από
Πασαέναν: τον καθέναν
Περετούν: υπηρετούν
Πλιο: πια, πλέον
Προβάνω: προβάλλω
Πυρωτικά: που ανεβάζουνε τη θερμοκρασία
Ρεπάνι: το λαχανικό ραπάνι
Υστερνά: τα ύστερα, τα στερνά
Φτύτε: φτύσετε
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου